evea aepiΤο πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού με το οποίο ακυρώνεται η μεταφορά της ΑΕΠΙ στην Κύπρο πρέπει να καταχωρηθεί στο ΓΕ.ΜΗ.

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 112/2017

(Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας)

A’ Δημοσίευση Περίληψης: IPrights.GR

 

  • Το αρμοδίως επικυρωμένο πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού εξομοιώνεται με δικαστική απόφαση ως προς τα αποτελέσματά του
  • Δεν αποδείχθηκε ότι η ΑΕΠΙ συνιστούσε οριστικώς εγγεγραμμένη εταιρεία Κύπρου

 

Λέξεις-κλειδιά: ΑΕΠΙ, ΑΕΠΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Κύπρος, αλλαγή έδρας, ΓΕ.ΜΗ.

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 54 Ν. 2121/1993, άρ. 214Α ΚΠολΔ.

mime 2056078 640

H χρονική και χωρική υπέρβαση της συμβατικά συμφωνηθείσας εκμετάλλευσης ερμηνειών συνιστά προσβολή συγγενικού δικαιώματος (αδικοπραξία)

 

Τριμελές Εφετείο Αθηνών 761/2016

 

Τα συγγενικά δικαιώματα προστατεύουν εργασίες οι οποίες σχετίζονται ή ομοιάζουν με την πνευματική ιδιοκτησία χωρίς, όμως, να παρουσιάζουν τα στοιχεία της πνευματικής δημιουργίας, αλλά οι οποίες συμβάλλουν καθοριστικά γενικά στη διάδοση προστατευόμενων έργων

Η προστασία που προβλέπεται για τους ερμηνευτές καλλιτέχνες είναι αυτοτελής και διακεκριμένη έναντι της προστασίας που προβλέπεται για το δημιουργό ενός έργου από πνευματική ιδιοκτησία

Η απαρίθμηση των εξουσιών του ηθικού δικαιώματος των ερμηνευτών στο νόμο είναι αποκλειστική και όχι ενδεικτική

Tο πλέγμα αστικών κυρώσεων του Ν. 2121/1993 ισχύει ενιαία σε προσβολές πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

Υφίσταται ένα οιονεί μαχητό τεκμήριο ότι κάθε πράξη προσβολής που γίνεται χωρίς τη συναίνεση ή άδεια του δικαιούχου είναι παράνομη

 

Λέξεις-κλειδιά: Συγγενικά Δικαιώματα, ερμηνευτές, ηθοποιοί, διαφημιστικές ταινίες-spots, εκμετάλλευση ερμηνείας, συμβατικοί περιορισμοί, παράνομη προσβολή, αποζημίωση, ηθική βλάβη.

 

Κρίσιμες διατάξεις: Ν. 2121/1993, άρ. 46, 50, 65

 

Εικόνα1

 

H διαδικτυακή προτεραιότητα δεν υπερισχύει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας που διέπει το δίκαιο βιομηχανικής ιδιοκτησίας

 

 

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα Ειδικό Εμπορικό) 2923/2015

Α΄ δημοσίευση: IPrigths.GR

 

  • Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ σήματος και διακριτικού γνωρίσματος ισχύει ο κανόνας prior in tempore potior in iure.

 

  • Το διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του σήματος εφόσον η χρησιμοποίησή του στις συναλλαγές προηγήθηκε της καταχώρησης σήματος

 

  • Το όνομα περιοχής (domain name) μίας επιχείρησης αντιστοιχεί σε διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. 1 του ν. 146/1914. Όταν συνιστά «ψηφιακό τόπο» παροχής υπηρεσιών από εικονικό κατάστημα που παρέχει υπηρεσίες, μπορεί να αποτελεί και διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 παρ. 3 ν. 146/1914 [διασχηματισμός]. Μπορεί ακόμα να αποτελεί επωνυμία μιας επιχείρησης, αν αυτή δραστηριοποιήθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

 

  • Η καταχώριση ενός διακριτικού γνωρίσματος στο διαδίκτυο δεν παρέχει οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι των μη καταχωρημένων σε αυτό διακριτικών γνωρισμάτων και το αντίστροφο.

 

  • Η χρήση διακριτικού γνωρίσματος από αδειούχο δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα αντιτάξιμο κατά του δικαιούχου αυτού

 

 

Λέξεις-κλειδιά: Εμπορικό Σήμα, Κοινοτικό Σήμα, Δικαστήρια Κοινοτικών Σημάτων, προσβολή σήματος, ταυτότητα σήματος, ομοιότητα σήματος, ομοιότητα προϊόντων, κίνδυνος σύγχυσης, διακριτικό γνώρισμα, εμπορική επωνυμία, άδεια χρήσης διακριτικών γνωρισμάτων, κατάργηση ονομάτων χώρου (domain name), διαγραφή domain name, σύγκρουση διακριτικών γνωρισμάτων

 

Κρίσιμες διατάξεις: Κανονισμός Κοινοτικού Σήματος 207/2009, άρ. 1, 4, 9, 14∙ Ν. 2943/2001, άρ. 6-11∙ Ν. 146/1914, αρ. 1, 13∙ Ν. 213/1975, αρ. 8.

 

nsk final

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ. (Ε’ ΤΜΗΜΑ) 293/2015

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ 8ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015

(Δημοσιευμένη στον Ιστότοπο του ΝΣΚ-www.nsk.gr)

 

  • Όταν διαπιστώνεται παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κατά την λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια μουσικών οργάνων από τον οικείο δήμο, δεν μπορεί να συντρέξει νόμιμη περίπτωση ανακλήσεως αυτής, αλλά μόνον επιβολής των ανάλογων διοικητικών κυρώσεων και μέτρων.

 

  • Σε περίπτωση χορηγήσεως αδείας μουσικών οργάνων εκ μέρους δήμου, μετά από σχετική άδεια από ΟΣΔ, η προσήκουσα γνωστοποίηση της ανακλήσεως της τελευταίας αδείας, στο δήμο από τον ΟΣΔ, καθιστά ανακλητέα την άδεια, με σχετική αιτιολογημένη πράξη του αρμοδίου οργάνου του δήμου, για τον λόγο αυτό και χωρίς να προηγηθεί έρευνα ή διαπίστωση οποιουδήποτε είδους από οποιοδήποτε δημόσιο όργανο ή όργανο νομικού προσώπου.

 

  • Ίδιο, κατά τα ανωτέρω, ζήτημα ανακλήσεως αδειών, με αιτιολογημένη πράξη, ανακύπτει και στη περίπτωση, κατά την οποία η χορηγηθείσα άδεια, εκδόθηκε βάσει αδείας κάποιου νομικού προσώπου, που δεν ανήκει σε αναγνωριζόμενο από το νόμο ΟΣΔ, η δε ενεργοποίηση του δήμου γίνεται είτε κατόπιν σχετικής γνωστοποιήσεως από τον ΟΠΙ ή από ΟΣΔ, είτε και αυτεπαγγέλτως και χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί διαπίστωση παραβάσεως οποιουδήποτε είδους, από οποιοδήποτε δημόσιο όργανο ή όργανο νομικού προσώπου.

 

  • H εξουσία ελέγχου της νόμιμης λειτουργίας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, ως κατεξοχήν δημόσια εξουσία και έκφραση κρατικής κυριαρχίας ασκείται μόνον από το κράτος διά των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών και όχι από ιδιώτες ή ν.π.ι.δ. Οι διαπιστώσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που πραγματοποιούνται αποκλειστικά από εκπροσώπους-όργανα των ΟΣΔ, χωρίς τη σύμπραξη αρμόδιου κρατικού οργάνου, επέχουν θέση καταγγελίας ενδιαφερόμενου ιδιώτη προς την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν θεωρούνται πράξεις αρμοδίου διοικητικού οργάνου περί διαπίστωσης τέλεσης παράβασης οι οποίες αποσκοπούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

 

  • H καταγγελία εκ μέρους ΟΣΔ σχετικά με διαπίστωση προσβολής πνευματικών δικαιωμάτων εκτιμάται και αξιολογείται από την αρμόδια κρατική αρχή ως απλό πραγματικό στοιχείο, το περιεχόμενο του οποίου χρήζει απόδειξης και επιδέχεται ανταπόδειξη.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική Ιδιοκτησία, Άδεια χρήσης μουσικών οργάνων, Άδεια δημόσιας εκτέλεσης μουσικών συνθέσεων, Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης, Ανάκληση άδειας, Διοικητικές κυρώσεις, Κατάστημα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 54, 55 και 63 παρ. ν. 2121/1993, 75, 76 και 80 ν. 3463/2006.

 

Σημείωση: Η γνωμοδότηση δημιουργεί δικαιώματα υπέρ τρίτων και αποτελεί υποχρεωτική πράξη για τη Διοίκηση, εφόσον γίνει αποδεκτή από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 3086/2002. Μόνη η παράγραφος 26.δ. της εν λόγω γνωμοδότησης έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με το υπ’ αριθ. πρωτ. 19422/6-6-2016 έγγραφο ΥΠ.ΕΣ.Δ.Α. προς το Ν.Σ.Κ. Πρβλ. και την υπ’ αριθμ. 19421/24-06-2016 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αναφορικά με τη χρονική ισχύ των δημοτικών-διοικητικών αδειών χρήσης μουσικών οργάνων.

 

IMG 1134

 

Η ποινική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β΄ και γ΄ του Ν. 2121/1993 είναι λευκός ποινικός νόμος.

 

Άρειος Πάγος (Ζ’ Ποινικό Τμήμα) 671/2015

(άγνωστοι διάδικοι)

(Δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Α΄ δημοσίευση Περίληψης: IPrigths.GR

 

Η ποινική πρόβλεψη του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 β’ και γ’ του Ν. 2121/1993 είναι ασαφής και δεν πληροί την απαιτουμένη ακρίβεια και βεβαιότητα της ποινικής προβλέψεως που αξιώνεται από το άρθρο 7 του Συντάγματος και από άρθρο 1 του Ποινικού Κώδικα, καθότι οι προδιαγραφές της ποινικής αξιολογήσεως των πράξεων κατασκευής, εισαγωγής, χρήσεως, θέσεως σε κυκλοφορία και κατοχής με σκοπό τη θέση σε κυκλοφορία συσκευών ή άλλου υλικού αναπαραγωγής έργου, δεν περιγράφονται στον εν λόγω νόμο, αλλά ούτε και έχουν εξειδικευτεί με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται λευκός ποινικός νόμος.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική ιδιοκτησία, Λευκός ποινικός νόμος, Nullum crimen nulla poena sine lege, Ποινικό Δίκαιο, Ποινικές Κυρώσεις, Υλικό αναπαραγωγής έργων, Προδιαγραφές, αποκωδικοποιητές δορυφορικού σήματος, Κανονική εκμετάλλευση της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων.

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 59 και 66 παρ. 5 Ν. 2121/1993, άρ. 1 και 14 Ποινικού Κώδικα, άρ. 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άρ. 15 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ

Άρειος Πάγος (Α1' Πολιτικό Τμήμα) 1065/2014

(άγνωστοι διάδικοι)

(Δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Ισοκράτης)

Η ΛΙΖΑ ΤΟ ΣΚΑΣΕ

  • Η εν ζωή μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και των επί μέρους εξουσιών επί ενός προστατευόμενου έργου διέπεται ευθέως από τις σχετικές διατάξεις του ν. 2121/1993 και αναλογικά και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εκχώρησης (άρθρα 455 επ. και 470 ΑΚ).

 

  • Οι διατάξεις του ΑΚ περί καλόπιστης κτήσης κινητών (άρ. 1034 επ.) και χρησικτησίας (άρ. 1041 επ.) δεν εφαρμόζονται αναλογικά επί περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

 

  • Στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν ισχύει η αρχή της καλόπιστης κτήσης και το φαινόμενο δικαίου που απορρέει από το εξωτερικό στοιχείο της κατοχής, ούτε προέχει ως σκοπός η προστασία των συναλλαγών, όπως συμβαίνει στον χώρο του εμπράγματου δικαίου, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, η οποία δεν θα παρείχε επαρκή προστασία στον πνευματικό δημιουργό ιδίως υπό τα σύγχρονα δεδομένα της δυναμικής και πολύπλοκης τεχνολογικής εξέλιξης των συναλλαγών στον χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική Ιδιοκτησία, Οπτικοακουστικά έργα, Κινηματογραφική Ταινία, Χρησικτησία, Μεταβίβαση περιουσιακών δικαιωμάτων, Εκχώρηση, Καλόπιστη κτήση, διαχρονικό δίκαιο.

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 3, 9, 12, 13, 17, 34 και 68 Ν. 2121/1993∙ άρ. 455 επ., 470, 1034 επ. Αστικού Κώδικα.

 

Γεγονότα:

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ένας σκηνοθέτης και ένας μοντέρ ίδρυσαν μία ομόρρυθμη εταιρεία παραγωγής και εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών. Την ίδια περίοδο η ως άνω εταιρεία παρήγαγε την γνωστή ταινία "Η Λίζα το' σκασε". Ο σκηνοθέτης, ως πρωτογενής δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων επί της ταινίας αυτής μεταβίβασε όλα τα δικαιώματά του στην παραγωγό εταιρεία απεκδυόμενος έκτοτε κάθε περιουσιακού δικαιώματος επ' αυτής.

Οι αναιρεσίβλητοι τυγχάνουν συνδικαιούχοι του συνόλου των περιουσιακών δικαιωμάτων επί της ταινίας αυτής, συνεπεία διαδοχικών μεταβιβάσεων από την παραγωγό εταιρεία. Με αυτή την ιδιότητα ενήγαγαν τον πρώτο αναιρεσείοντα, για την εκμετάλλευση του έργου χωρίς την άδειά τους. Ο τελευταίος επικαλείται ιδία κυριότητα επί του έργου, η οποία προκύπτει από τη σε αυτόν μεταβίβαση του συνόλου των περιουσιακών δικαιωμάτων από τον ίδιο τον σκηνοθέτη της ταινίας και τον συνέταιρο αυτού.

Το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσιβλητοι έχουν καταστεί συγκύριοι εξ αδιαιρέτου όλων των περιουσιακών δικαιωμάτων της αναφερομένης κινηματογραφικής ταινίας συνεπεία της κατ’ άρθρο 1034 Α.Κ. καλόπιστης κτήσης, αλλά και κατ’ άρθρο 1041 Α.Κ. σε συνδυασμό με 1045 Α.Κ., ήτοι με τακτική χρησικτησία. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης και ο Άρειος Πάγος έκρινε και αποφάσισε ως εξής:

 

Η απόφαση:

«[…] Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2121/1993 (για την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα), ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης η επιστήμης, το οποίο εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή και εμφανίζει ιδιαίτερη ατομικότητα οφειλόμενη στην προσωπική συμβολή του δημιουργού, που το διαφοροποιεί από όσα προϋπάρχουν ως προς το περιεχόμενο ή και τη μορφή του. Εφόσον υπάρχουν οι παραπάνω όροι, ο νόμος προστατεύει το έργο ως άυλο αγαθό (όχι ως υλικό αντικείμενο καθαυτό που ενσωματώνει το πνευματικό δημιούργημα) και μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη μορφή που έδωσε σ' αυτό ο δημιουργός του. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του ν. 2121/1993, ο πνευματικός δημιουργός με τη δημιουργία του έργου αποκτά πρωτογενώς και αυτοδικαίως (χωρίς τυπικές διατυπώσεις) το αποκλειστικό και απόλυτο δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού μ' αυτό (περιουσιακό και ηθικό δικαίωμα, αντίστοιχα).


Εξάλλου, το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχει, μεταξύ άλλων, στον δημιουργό την εξουσία για εγγραφή και αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και τη θέση αυτού σε κυκλοφορία (άρθρο 3 παρ. 1 περ. α' και δ' ν. 2121/93). Έγγραφη είναι η (χρονικά προγενέστερη και διακεκριμένη από την αναπαραγωγική φάση πολλαπλασιασμού του έργου) πρώτη υλική ενσωμάτωση του έργου πάνω σε υλικό φορέα (π.χ. το αποκαλούμενο "negative" σειράς εικόνων και ήχου κινηματογραφικής ταινίας), ο οποίος αποτελεί τη βάση για την αναπαραγωγή του έργου σε αντίτυπα με προορισμό συνήθως τη δημόσια χρήση. Το δικαίωμα θέσης του έργου σε κυκλοφορία αναφέρεται μόνο σε ενσώματα αντικείμενα (πρωτότυπο έργου μοναδικής ενσωμάτωσης ή αντίτυπα έργων), περιλαμβάνει τις πράξεις, με τις οποίες το έργο γίνεται προσιτό στο κοινό (κυρίως διάδοση και διανομή) και υλοποιείται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του υλικού φορέα της πρώτης εγγραφής που ενσωματώνει το έργο ή, ιδίως, της κυριότητας των αντιτύπων αυτού σε τρίτους, καθώς και με τα άλλα μέσα κυκλοφορίας, που προβλέπονται στο άρθρο 3 του ν. 2121/93, η δε μεταβίβαση της κυριότητας, του εν λόγω υλικού φορέα ενσωμάτωσης του έργου (πρωτότυπου, αντίγραφου ή αντίτυπου) δεν επιφέρει μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας στον κτήτορα και δεν παρέχει σ' αυτόν εξουσίες εκμετάλλευσης του έργου, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία με τον δημιουργός (άρθρο 17 ν. 2121/93). Το περιουσιακό δικαίωμα είναι ελεύθερα μεταβιβαστό και η αξιοποίησή του γίνεται είτε με συστατική μεταβίβαση όλων των επί μέρους εξουσιών του σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο γίνεται έτσι μόνος δικαιούχος με αντίστοιχη αποξένωση του δημιουργού από αυτές, είτε με συμβάσεις ή με άδειες εκμετάλλευσης συγκεκριμένων εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να συμφωνηθούν ως αποκλειστικές ή όχι και με τις οποίες ο τρίτος αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση (σύμβαση εκμετάλλευσης) ή αποκτά απλώς το δικαίωμα (άδεια εκμετάλλευσης) να ασκήσει τις αντίστοιχες εξουσίες (άρθρα 12 και 14 ν. 2121/93). Στην περίπτωση μεταβίβασης όλων επιμέρους εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος για την πραγμάτωση του σκοπού σχετικής μεταβιβαστικής σύμβασης, δεν απαιτείται συναίνεση του δημιουργού του έργου για τις περαιτέρω μεταβιβάσεις εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος από τον νέο δικαιούχο προς τρίτους. Αντίθετα, απαιτείται η συναίνεση του δημιουργού για εν ζωή μεταβιβάσεις τέτοιων εξουσιών προς τρίτους από όσους ανέλαβαν την εκμετάλλευση ή απέκτησαν δυνατότητα εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος με αντίστοιχη σύμβαση ή άδεια εκμετάλλευσης (άρθρο 13 ν. 2121/93).

Οι δικαιοπραξίες που αφορούν την άσκηση του ηθικού ή τη μεταβίβαση, την ανάθεση και την άδεια εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος είναι τυπικές και η μη τήρηση του εγγράφου τύπου επιφέρει σχετική ακυρότητα, την οποία μπορεί να επικαλεστεί μόνο ό πνευματικός δημιουργός, ενώ αναπτύσσουν πλήρη ενέργεια μέχρι να γίνει επίκληση της ακυρότητάς τους (άρθρο 14 ν. 2121/93). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/93, έχουν υπαχθεί στην εφαρμογή του εν λόγω νόμου, μετά την πάροδο έτους αφότου τέθηκε σε ισχύ (ήτοι από 4-3-1994) και εκείνες από τις παραπάνω δικαιοπραξίες που είχαν καταρτιστεί πριν από τη δημοσίευσή του από τον πνευματικό δημιουργό, στην προστασία του οποίου αποσκοπεί σχετική διάταξη. Η αναδρομικότητα, όμως, αυτή του νέου νόμου δεν αφορά και τον τύπο των σχετικών δικαιοπραξιών, ενόψει της γενικότερης αρχής του διαχρονικού δικαίου, ότι ο τύπος των συμβάσεων εξακολουθεί να διέπεται από το δίκαιο που ίσχυε κατά την κατάρτιση τους από την οποία αρχή, παρά τη γενικότητα της σχετικής διάταξης, δεν προκύπτει ότι έχει αποστεί ο νέος νομοθέτης.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του ν. 2121/93, ως πνευματικός δημιουργός του οπτικοακουστικού έργου τεκμαίρεται ο σκηνοθέτης, ο οποίος, με σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής μεταξύ αυτού και του παραγωγού του έργου (δηλαδή του φυσικού ή νομικού προσώπου, με πρωτοβουλία και ευθύνη του οποίου πραγματοποιείται η πρώτη εγγραφή σε υλικό φορέα σειράς ήχου ή σειράς εικόνων με ή χωρίς ήχο, κατά το άρθρο 47 παρ. 2 ν. 2121/93), μεταβιβάζει στον τελευταίο συγκεκριμένες εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα, οι οποίες πρέπει να ορίζονται στη σύμβαση και οι οποίες μπορεί και. να εξαντλούν το περιεχόμενο του περιουσιακού δικαιώματος. Σε αντίθετη περίπτωση, μεταβιβάζονται στον παραγωγό μόνο-όσες εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα είναι αναγκαίες για την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου, με βάση τον σκοπό της σύμβασης. Το οπτικοακουστικό έργο θεωρείται περατωμένο όταν εγκριθεί από τον πνευματικό δημιουργό το πρότυπο παραγωγής αντιτύπων για την εκμετάλλευσή του, το οποίο, στην περίπτωση κινηματογραφικής ταινίας, είναι ο υλικός φορέας πρώτης υλικής ενσωμάτωσης του έργου, δηλαδή το "negative" σειράς εικόνων και ήχου αυτής.

Εξάλλου, η εν ζωή μεταβίβαση του υλικού φορέα μοναδικής ενσωμάτωσης του έργου, του υλικού φορέα του πρωτοτύπου και των αντιτύπων του διέπεται ευθέως από τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ανάλογα με τη φύση του έργου ως κινητού ή ακινήτου (άρθρα 1033 επ. κλπ.). Η εν ζωή, όμως, μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος επί του έργου και των επί μέρους εξουσιών από αυτό διέπεται ευθέως από τις οικείες διατάξεις του ν. 2121/1993 και αναλογικά και συμπληρωματικά από τις διατάξεις της εκχώρησης (άρθρα 455 επ. 470 ΑΚ). Η ρύθμιση των εν λόγω διατάξεων προσιδιάζει στη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ως απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος επί άυλου αγαθού, του οποίου η γέννηση και άσκηση δεν συνδέεται με κανέναν τύπο δημοσιότητας και ευνοεί το συμφέρον του πνευματικού δημιουργού, στο οποίο πρωτίστως αποσκοπούν οι διατάξεις του ν. 2121/93, χωρίς να προκαλείται από την αναλογική εφαρμογή τους διατάραξη της ασφάλειας των συναλλαγών στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας, η προστασία της οποίας υπηρετείται θεσμικά ιδίως με το τεκμήριο δημιουργού/δικαιούχου (άρθρο 10 ν. 2121/93) και με την αρχή της εξάντλησης ή ανάλωσης του δικαιώματος του δημιουργού/δικαιούχου να θέσει, σε κυκλοφορία αντίτυπο του έργου (άρθρο 41 ν. 2121/93). Αντίθετα δεν είναι αναλογικά εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, καθόσον στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπάρχει η αρχή της καλόπιστης κτήσης και το φαινόμενο δικαίου από το εξωτερικό στοιχείο της κατοχής, όπως συμβαίνει στον χώρο του εμπράγματου δικαίου, ούτε προέχει ως σκοπός η προστασία των συναλλαγών, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η αναλογική εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η οποία δεν θα παρείχε επαρκή προστασία στον πνευματικό δημιουργό ιδίως υπό τα σύγχρονα δεδομένα της δυναμικής και πολύπλοκης τεχνολογικής εξέλιξης των συναλλαγών στον χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η δε διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2121/93 (για εξουσία θέσης σε κυκλοφορία του πρωτοτύπου ή αντιτύπων του έργου με μεταβίβαση της κυριότητάς τους σε τρίτους), αναφερόμενη αποκλειστικά σε μεταβίβαση ενσώματων αντικειμένων ως τρόπου υλοποίησηw της εξουσίας για θέση σε κυκλοφορία του έργου και όχι ως τρόπου μεταβίβασης καθαυτού του δικαιώματος σε τρίτο, υποδηλώνει μάλλον αρνητική θέση του νομοθέτη για τη θεωρητική και νομολογιακής άποψη, που δέχεται την αναλογική εφαρμογή των άρθρων 1034 επ. ΑΚ σε περιπτώσεις μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος. Συνακολούθως δεν είναι νομικά δυνατή η απόκτηση του περιουσιακού δικαιώματος ή επί μέρους εξουσιών αυτού από καλόπιστο τρίτο ή με χρησικτησία.


Τέλος, η ιδιαίτερη κανονιστική αρχή του σκοπού της μεταβίβασης ή της σύμβασης, που καθιερώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 4 του ν. 2121/93, ότι δηλαδή ο δημιουργός, εν αμφιβολία μεταβιβάζει περιουσιακά δικαιώματα επί του έργου του μόνο στην έκταση που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση του σκοπού της σύμβασης, προηγείται των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά έπεται των ειδικών ερμηνευτικών κανόνων του ν. 2121/93, όπως είναι οι κανόνες του άρθρου 34 παρ. 1 (ότι στη σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής μεταβιβάζονται στον παραγωγό μόνο όσες εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα είναι αναγκαίες για την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου), καθώς και ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 15 παρ. 2, ότι δηλαδή η διάρκεια των μεταβιβάσεων του περιουσιακού δικαιώματος ή των συμβάσεων ή αδειών εκμετάλλευσης αυτού θεωρείται πενταετής, εάν ο χρόνος ισχύος τους δεν καθορίζεται σ' αυτές ή δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη. Ως σκοπός της σύμβασης νοείται αυτός που επιδιώκουν από κοινού τα συμβαλλόμενα μέρη, η δε σχετική αρχή δεν θίγει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν έχει εφαρμογή, όταν η βούληση των μερών είναι αναμφίβολη. Ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 15 παρ. 3 αποσκοπεί στην προστασία του πνευματικού δημιουργού (και όχι τρίτων που απέκτησαν συμβατικά το περιουσιακό δικαίωμα ή συγκεκριμένες εξουσίες του από αυτόν) και έχει εφαρμογή και σε σχετικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από τη θέσπιση του ν. 2121/93 (άρθρο 68 παρ. 3), μεταξύ του πνευματικού δημιουργού και τρίτων, οι οποίες, αν ο χρόνος ισχύος τους δεν ορίζεται σ' αυτές ή δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, παύουν να ισχύουν μετά πενταετία αφότου άρχισε να ισχύει γι' αυτές ο ν. 2121/93, δηλαδή από 4-3-1994.

[…] Οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν γίνει συνδικαιούχοι εξ αδιαιρέτου όλων των εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος επί της ένδικης κινηματογραφικής ταινίας με διαδοχικές συμβατικές μεταβιβάσεις αυτού και αρχική τη μεταβίβαση από τον πνευματικό δημιουργό και σκηνοθέτη αυτής, Σ. Κ., συνιστούν, κατά ορθή νομική υπαγωγή στις αναλογικά εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 455 επ. και 470 ΑΚ (και όχι εκείνες των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, που εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο) νόμιμους τρόπους συμβατικής μεταβίβασης όλων των εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, επί της κινηματογραφικής ταινίας από τους εκάστοτε δικαιοπαρόχους προς τους εκάστοτε δικαιοδόχους αυτής μέχρι τους ενάγοντες. Επομένως, η κρίση του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες έγιναν συνδικαιούχοι εξ αδιαιρέτου του (άυλου) περιουσιακού δικαιώματος επί της ταινίας με διαδοχικές συμβατικές μεταβιβάσεις και η θεμελίωση σ' αυτή την κρίση της απόφασής του για απόρριψη της έφεσης και επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που δέχτηκε την αγωγή, είναι κατ' αποτέλεσμα ορθή. Αντίθετα, η κρίση του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες έγιναν συνδικαιούχοι του περιουσιακού δικαιώματος επί της ταινίας και με τακτική χρησικτησία, κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 1034 επ. ΑΚ είναι εσφαλμένη. Δεν θίγεται, όμως, το κύρος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά στη βάση της συμβατικής μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος στους ενάγοντες, για την εγκυρότητα της οποίας δεν ήταν αναγκαία συναίνεση του πνευματικού δημιουργού, αφού, όπως ανέλεγκτα δέχτηκε η εφετειακή απόφαση, ο τελευταίος μεταβίβασε στη δικαιοδόχο του εταιρεία και παραγωγό της ταινίας όλες τις εξουσίες του περιουσιακού του δικαιώματος επί της ταινίας και αποξενώθηκε πλήρως εφεξής από αυτό, και δεν πρόκειται απλώς για σύμβαση ή άδεια εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος, οπότε θα ήταν αναγκαία η συναίνεσή του για τις μεταγενέστερες μεταβιβάσεις. Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 1034, 1036 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ως προς το μέρος πού το διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας θεμελιώνεται στη βάση της τακτικής χρησικτησίας. Ενώ, ως προς το μέρος που το διατακτικό της θεμελιώνεται στη βάση της συμβατικής μεταβίβασης στους ενάγοντες του περιουσιακού δικαιώματος επί της ταινίας, εσφαλμένη είναι μόνο η αιτιολογία ότι αναλογικά εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, η οποία αντικαθίσταται, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, με την προαναφερόμενη ορθή (ότι στις ένδικες μεταβιβάσεις έχουν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις 455 επ., 470 ΑΚ), ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και ως προς την αιτίαση, ότι η μεταβιβαστική σύμβαση που επικαλούνται οι ενάγοντες με τον δημιουργό της ταινίας έπαυσε να ισχύει μετά πενταετία αφότου άρχισε να ισχύει και για τις προγενέστερες συμβάσεις ο ν. 2121/93) επειδή ο σχετικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/93 αποσκοπεί στην προστασία του πνευματικού δημιουργού και όχι των τρίτων δικαιοδόχων του, αλλά και επειδή, όπως δέχτηκε ανέλεγκτα το Εφετείο, με την αρχική μεταβιβαστική σύμβαση ο δημιουργός της ένδικης κινηματογραφικής ταινίας μεταβίβασε προς την παραγωγό αυτής εταιρεία όλες τις εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα και ο ίδιος αποξενώθηκε εφεξής πλήρως και οριστικά από αυτό, μη αφήνοντας έτσι καμία αμφιβολία ως προς τη διάρκεια της σύμβασης, ώστε να μπορεί να έχει πεδίο λειτουργίας ο σχετικός ερμηνευτικός κανόνας. Σημειώνεται ότι για την (ορθή) κρίση της εφετειακής απόφασης και το αντίστοιχο κεφάλαιο αυτής, με το οποίο οι 2ος και 3ος των αρχικά εναγόντων, Δ. Π. και Δ. Λ., αναγνωρίστηκαν ως συγκύριοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του υλικού φορέα πρώτης ενσωμάτωσης της ταινίας (negative), με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, κατά ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, δεν υπάρχει αναιρετική αιτίαση. […]
[…]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ […]

Απορρίπτει […] την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 5919/2011 του Εφετείου Αθηνών. […] ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7 Απριλίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14 Μαΐου 2014.»

ΜονΠρωτΑθ. (Ασφ. Μέτρα) 10452/2015

 

ΑΕΠΙ και «GRAMMO» κατά Ελληνικών παρόχων πρόσβασης στο διαδίκτυο

 

A’ δημοσίευση περίληψης: IPrights.gr

BANNER

  • Οι αιτήσεις απορρίπτονται ως απαράδεκτες λόγω ύπαρξης προσωρινού δεδικασμένου, δεδομένου ότι μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία εκδόθηκε από το ίδιο δικαστήριο η προγενέστερη απόφαση υπ’ αριθμ. 13478/2014.

 

  • Το αντικείμενο της δίκης δεν διαφοροποιείται εκ του γεγονότος ότι το αίτημα αφορά σε εν μέρει διαφορετικές ιστοσελίδες από αυτές που μνημονεύονται στις προηγούμενες ήδη κριθείσες αιτήσεις, καθόσον αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι οι ίδιες οι ιστοσελίδες, αλλά η διάγνωση του διαπλαστικού δικαιώματος των αιτουσών για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας.

 

  • Αν για την αυτή έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων [απόφ. ΜονΠρΑθ. 4658/2012 και ΜονΠρωτΑθ. 13478/2014], αν δεν χωρεί κατ’ αυτών αναίρεση ή αναψηλάψηση, ισχύει το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεότερη κατ’ έκδοση απόφαση.

 

Λέξεις κλειδιά: Πνευματική ιδιοκτησία, φωνογραφήματα, μουσικά έργα, ασφαλιστικά μέτρα, άρθρο 64Α Ν. 2121/1993, πειρατεία, πάροχοι πρόσβασης στο διαδίκτυο, αποκλεισμός πρόσβασης σε ιστοσελίδες, website blocking, IP blocking, domain name blocking, ΑΕΠΙ, GRAMMO, προσωρινό δεδικασμένο, απόφαση ΜονΠρΑθ. 4658/2012, απόφαση ΜονΠρωτΑθ. 13478/2014, απόρριψη αιτήσεων ως απαράδεκτες.

 

Kρίσιμες Διατάξεις: άρ. 64 Α Ν. 2121/1993, άρ 321, 322, 324, 331, 332, 682 επ. και 544 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

ΜονΠρωτΘεσ. 4657/2015 (ασφ. Μέτρα) GEA-Οργ. Συλλογικής Διαχείρισης vs Νυχτερινά Κέντρα Διασκέδασης στη Θεσσαλονίκη

Α’ Δημοσίευση περίληψης: www.IPrights.GR

 

Ένα κατάστημα που εκτελεί δημόσια αποκλειστικά και μόνο μουσικό ρεπερτόριο εταιρειών όπως η «Fairmusic» και η «Jamendo» δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής σε «ΑΕΠΙ» και «ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ», εφόσον ο ιδιοκτήτης του δηλώσει υπευθύνως, στα πλαίσια έκδοσης της άδειας μουσικών οργάνων από τον αρμόδιο ΟΤΑ, ότι το ρεπερτόριο που χρησιμοποιεί ανήκει σε δημιουργούς που δεν έχουν αναθέσει τη διαχείριση του περιουσιακού τους δικαιώματος στους ως άνω οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης. Δεν απαλλάσσεται όμως γι’ αυτό το λόγο από την καταβολή της εύλογης αμοιβής των δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων στον «GEA».

gea clubs

Λέξεις – κλειδιά: Διανοητική ιδιοκτησία, Πνευματική Ιδιοκτησία, μουσικά έργα, Δημόσια εκτέλεση μουσικής, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, μουσική απαραίτητη για λειτουργία, club, Θεσσαλονίκη, GEA, ΑΕΠΙ, Αυτοδιαχείριση, εύλογη αμοιβή, Fairmusic, Jamendo, Creative Commons, αμοιβολόγιο, άδεια μουσικών οργάνων, άδεια δημόσιας εκτέλεσης, οικονομική κρίση, προσωρινός προσδιορισμός εύλογης αμοιβής.

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 46, 47 παρ. 1, 49 παρ. 1, 6 και 7, 55 παρ. 2, 63 παρ. 2, 65 Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας∙ άρ. 46 παρ. 1 και 3 Ν. 3904/2010∙ Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 26-10-1961 (N. 2054/1992) «Περί προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης», υπ’ αριθμό 16641/10-5-2011 έγγραφο του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

ΜονΕφΘεσ 488/2015 Τηλεοπτικός σταθμός «ΑRΤ ΤV» vs δημιουργός καλλιτεχνικού βίντεο

Α’ Δημοσίευση: http://obtr-dicta.blogspot.gr/

Θερμές ευχαριστίες στον δικηγόρο κ. Θ. Κωστίκο, για την ευγενική παραχώρηση της απόφασης.

 

Η ανάρτηση ενός οπτικοακουστικού έργου (βίντεο) από το δημιουργό του σε διαδικτυακά κανάλια όπως το Youtube δε συνιστά παραίτηση εκ μέρους του από οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής εκμετάλλευσης του εν λόγω έργου. Περαιτέρω, δεν είναι αναγκαία η σχετική αναφορά περί απαγόρευσης εκμετάλλευσης του εν λόγω έργου χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού, εφόσον τούτο καθορίζεται ρητώς στους όρους χρήσης αυτών των καναλιών.

youtubeΛέξεις – κλειδιά: Διανοητική ιδιοκτησία∙ Πνευματική Ιδιοκτησία∙ Προστασία φωτογραφιών από πνευματική ιδιοκτησία- έννοια «πρωτοτυπίας» σε φωτογραφίες-τεχνική «tiltshift»-συνένωση φωτογραφιών σε βίντεο–προβολή βίντεο χωρίς άδεια του δημιουργού στην τηλεόραση- ανάρτηση βίντεο online σε διαδικτυακές πλατφόρμες (Youtube, Vimeo) ∙ video streaming∙ όροι χρήσης Youtube- ερημοδικία εκκαλούντος στον πρώτο βαθμό.

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 533 §1 και άρ. 535 §1 ΚΠολΔ∙ άρ. 1, 2, 6, 65 Ν. 2121/1993∙άρ. 281, 346, 914, 932 ΑΚ.

ΑΠ 486/2015 (Α’1 Πολιτικό Τμήμα), Ε.Ι. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. vs. BINGO ΑΕΒΕ

Η χρήση του ίδιου του σήματος από μη δικαιούχο στις συναλλαγές επιτρέπεται εφόσον τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος. Η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος τρίτου για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση σήματος από μη δικαιούχο. Η αυτούσια χρήση διασχηματισμού προϊόντος και διασχηματισμού συσκευασίας που αποτελούν κατοχυρωμένα σήματα τρίτου δεν είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος αλλά το είδος αυτού και, ως εκ τούτου, δεν είναι επιτρεπτή.

caprice πουράκιαamaretti

Λέξεις – κλειδιά: Διανοητική Ιδιοκτησία- Δίκαιο Σημάτων- Σύνθετο σήμα- διασχηματισμός προϊόντος- διασχηματισμός συσκευασίας- νόμιμη χρήση σήματος τρίτου- χρήση εν είδη σήματος- καλόπιστη χρήση ένδειξης.

Κρίσιμες διατάξεις: Ν. 2239/1994 (Νόμος περί σημάτων), ά. 20 παρ. 1 [παλαιό δίκαιο].

(Α’ Δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος)

 

Γεγονότα:

Η αναιρεσείουσα είναι εταιρεία που παράγει και διαθέτει στο εμπόριο, μεταξύ άλλων, προϊόντα γεμιστής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου εντός μεταλλικού κυλινδρικού κουτιού αδιαλείπτως από το έτος 1987. Κατέχει δε έγκυρα εθνικά σήματα τόσο επί του διασχηματισμού του εν λόγω προϊόντος [κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες (σήμα υπ’αριθμ.119030// https://www.tmdn.org/tmview/bookmark?ST13=GR50199300D119030)] όσο και επί του διασχηματισμού της συσκευασίας [κυλινδρικό κουτί, σήμα υπ’ αριθμ. 119031// https://www.tmdn.org/tmview/bookmark?ST13=GR50199300D119031)]. Η αναιρεσίβλητη, εταιρεία με συναφές εμπορικό αντικείμενο μ’ εκείνο της αναιρεσείουσας άρχισε, κατά το έτος 2001, να παρασκευάζει και διαθέτει στην ελληνική αγορά μακρόστενες κυλινδρικές γκοφρέτες γεμιστές με κρέμα φουντουκιού με κακάο σε σχήμα πούρου συσκευασμένες μέσα σε όρθιο κουτί κυλινδρικού σχήματος. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμόν 4655/2013, έκρινε ότι η χρήση των ως άνω σημάτων από την αναιρεσίβλητη αποτελεί νόμιμη επιτρεπτή χρήση καθότι, μεταξύ άλλων, είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος που εμπορεύεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 20 Ν. 2239/1994. Η αναιρεσείουσα προσέφυγε στον Άρειο Πάγο κατά της εν λόγω απόφασης και το Δικαστήριο αποφάσισε ως εξής:

 

Η απόφαση:

«[…]

Κατά τη διάταξη της §1 του άρθρου 20 του Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", η οποία αποτελεί μεταφορά στην Ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 6 της Οδηγίας 89/104 της Ε.Κ. το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά. Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι με μορφή σήματος. Η διάταξη αυτή, η οποία ως εισάγουσα εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος η υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή. Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως (Α.Π. 335/1994). Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτον που δεν είναι κάτοχος του πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: 1) η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2) η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος. Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος (απόφαση ΔΕΚ 17-3/2005 στην υπόθεση C-228/2003). Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος. Η κρίση περί του αν η χρήση του σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος (ΔΕΚ 17-3-2005 ό.π.). Τέλος, χρήση "εν είδει σήματος" υπάρχει όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (ΑΠ 344/2013, ΑΠ 1477/2011). Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, που χρησιμοποιεί το σήμα τρίτου ως επωνυμία ή διακριτικό τίτλο ή εν γένει διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής του, συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στην παραπάνω διάταξη.

ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, από την ίδρυσή της το έτος 1922, δραστηριοποιείται στην παραγωγή μπισκότων και συναφών ειδών διατροφής, είναι δε δικαιούχος στην Ελλάδα των με αριθμούς 119030 και 119031 σημάτων, που έχουν γίνει δεκτά με τις υπ’ αριθμ. 3681/1997 και 4846/2001 αντίστοιχες αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (η πρώτη) και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (η δεύτερη), οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες, ενώ ισχύουν, προστατευόμενα, έως τις 29.4.2013. Το πρώτο από τα σήματα αυτά, που αποτελείται από διασχηματισμό πούρου, προορίζεται για τη διάκριση του παραγόμενου από την ενάγουσα προϊόντος (γεμιστή γκοφρέτα), το οποίο (προϊόν) η ενάγουσα κυκλοφορεί συνεχώς και αδιαλείπτως στην ελληνική αγορά από το έτος 1987 με την ονομασία "....." σε συνδυασμό των άνω σημάτων της, δηλαδή ως μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, μήκους η καθεμιά 11 περίπου εκατοστών, συσκευασμένη σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, ύψους 15 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών, η επάνω βάση του οποίου διαθέτει ειδικό αεροστεγές άνοιγμα ασφαλείας, μιας χρήσης. Το προϊόν αυτό κυκλοφορεί σε τρεις συσκευασίες (400, 250 και 115 γραμμαρίων, αντίστοιχα) και σε διάφορες γεύσεις. Τον μήνα Οκτώβριο του 2001, η εναγομένη εταιρεία με συναφές εμπορικό αντικείμενο μ’ εκείνο της ενάγουσας, άρχισε να παρασκευάζει και διαθέτει στην ελληνική αγορά μακρόστενες κυλινδρικές γκοφρέτες γεμιστές με κρέμα φουντουκιού με κακάο σε σχήμα πούρου συσκευασμένες μέσα σε όρθιο κουτί κυλινδρικού σχήματος, όμοιο από πλευράς διαστάσεων με τη συσκευασία των 115 γραμμαρίων που χρησιμοποιεί και η ενάγουσα, με την ένδειξη ".. και ενδείξεις επί της συσκευασίας "γκοφρέτες ..." στη μία όψη του κουτιού και "..." στην αντίστοιχη πίσω όψη του κουτιού. Από την σύγκριση των δύο προϊόντων, προκύπτει η ύπαρξη ομοιότητας ως προς τα υλικά παρασκευής και το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), καθώς και ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας τους όπως προπεριγράφηκε. Όμως, ο παραπάνω διασχηματισμός του προϊόντος, δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γκοφρέτας που παρασκευάζει η ενάγουσα, καθόσον η γκοφρέτα αυτή παρασκευάζεται με βάση παλαιά παραδοσιακή βιεννέζικη συνταγή για κυλινδρικές γκοφρέτες - βάφλες σε σχήμα πούρου, η οποία είναι ευρύτατα γνωστή, από πλήθος βιομηχανιών και διατίθεται από πληθώρα επιχειρήσεων, τόσο στην αγορά του εξωτερικού όσο και στην ημεδαπή (π.χ. ..............), ενώ ο δεύτερος διασχηματισμός (εκείνος της συσκευασίας) αποτελεί συνηθισμένο τρόπο συσκευασίας πολλών προϊόντων. Έτσι, παρά το γεγονός ότι το προϊόν της ενάγουσας βρίσκεται υψηλά στις προτιμήσεις των καταναλωτών, λόγω της ποιότητάς του, δεν δύναται να γίνει λόγος ότι τα σήματά της είναι σήματα φήμης, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση μοναδικότητας των σημάτων, αφού αυτά έχουν φθαρεί χρησιμοποιούμενα κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, ο δε διασχηματισμός της συσκευασίας και σε ανόμοια προϊόντα, ενώ εξάλλου, τα συγκεκριμένα σήματα δεν εμφανίζουν ιδιαίτερο βαθμό ιδιοτυπίας. Η χρήση τους δε, έγινε από την εναγομένη σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 2239/1994, η οποία επιτρέπει την εκ μέρους τρίτων χρησιμοποίηση ενδείξεων ή και του σήματος ακόμη, που χρησιμοποιεί άλλος, εφόσον η χρήση αυτή: α) είναι αναγκαία για να δηλωθεί το είδος ή ο προορισμός του προϊόντος ή της παρεχομένης υπηρεσίας, β) δεν αντίκειται στα ισχύοντα στη βιομηχανία ή στο εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη και δ) δεν γίνεται με την μορφή σήματος, προϋποθέσεις οι οποίες συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: 1) η χρήση του διασχηματισμού του προϊόντος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός και το είδος αυτού (προϊόντος), δηλαδή ότι είναι κυλινδρική, σε σχήμα πούρου γκοφρέτα, η οποία αποτελεί τυποποιημένη μορφή κυκλοφορίας του εν λόγω προϊόντος, που μόνο με αυτό το διασχηματισμό μπορεί να δηλωθεί, 2) η χρήση του διασχηματισμού της συσκευασίας, είναι επίσης αναγκαία για τον ίδιο λόγο, αφού είναι ο μόνος τρόπος εξασφάλισης της ακεραιότητας του περιεχομένου του κυτίου, τόσο από τον κίνδυνο θρυμματισμού του, ο οποίος ενόψει της ευπάθειας του προϊόντος (λόγω της σύστασης και του σχήματος του, το οποίο μάλιστα επιβάλλει να περιβάλλεται από κοίλη, χωρίς γωνίες, συσκευασία), είναι πολύ υψηλός, όσο και από τον κίνδυνο αλλοίωσής του από την υγρασία, ενώ υποδηλώνει και τον προορισμό του προϊόντος ως αναλωσίμου, 3) η κατά τον τρόπο αυτό κυκλοφορία του ένδικου προϊόντος δεν είναι αντίθετη προς τα κρατούντα στη βιομηχανία και το εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη, τα οποία δεν καθιστούν απαγορευτική τη χρησιμοποίηση του σχήματος πούρου και του κυλινδρικού μεταλλικού όρθιου κυτίου για τη δήλωση προς το καταναλωτικό κοινό του είδους του κυκλοφορούντος προϊόντος, 4) η κατά τον παραπάνω τρόπο χρησιμοποίηση των διασχηματισμών της ενάγουσας δεν γίνεται από την εναγομένη με τη μορφή σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος της, ως προς την οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή - καταναλωτή είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης είτε ως προς την προέλευση του κυκλοφορούντος προϊόντος. Τυχόν αποδοχή της υποστηριζόμενης από την ενάγουσα αντίθετης άποψης θα είχε ως επακόλουθο την, αντικρουόμενη από τη λογική και τα κρατούντα στο εμπόριο και τη βιομηχανία χρηστά συναλλακτικά ήθη, δυνατότητα της χρησιμοποίησης του προϊόντος μόνο από την επιχείρηση που για πρώτη φορά χρησιμοποίησε τους εν λόγω διασχηματισμούς για την κυκλοφορία ορισμένου προϊόντος, κατ’ αποκλεισμό όλων των άλλων επιχειρήσεων που κυκλοφορούν ομοειδή προϊόντα.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, κατ’ αποδοχή της βάσιμης περί των ανωτέρω ένστασης της εναγομένης, που επαναφέρεται από αυτή ως λόγος έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη η οποία κρίνοντας αντιθέτως εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή".

ΙΙΙ) Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 20§1 Ν. 2239/1994. Και αυτό διότι: 1) Έκρινε ότι η χρήση αυτούσιου του σήματος για τη δήλωση του είδους του προϊόντος εμπίπτει στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994 και ότι επομένως η χρήση των σημάτων της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη προκειμένου να δηλώσει το είδος του δικού της προϊόντος (γεμιστής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου) είναι επιτρεπτή, ενώ κατά το πραγματικό του ως άνω κανόνα δικαίου η δήλωση του είδους του προϊόντος επιτρέπεται να γίνει μόνο με περιγραφικές ενδείξεις (δηλώσεις), οι οποίες δεν ταυτίζονται με το σήμα, και όχι με τη χρήση αυτούσιου του σήματος, όπως δέχθηκε το Εφετείο. 2) Δέχεται ότι η χρήση των σημάτων από την αναιρεσίβλητη ήταν αναγκαία για να δηλωθεί (και) ο προορισμός του προϊόντος, χωρίς να παραθέτει ποιος είναι ο προορισμός αυτός, δηλαδή σε τι αποβλέπει και σε τι αποσκοπεί η από την αναιρεσίβλητη χρήση των σημάτων της αναιρεσείουσας στο δικό της όμοιο προϊόν. Η παρατιθέμενη αιτιολογία ότι: α) "η χρήση του διασχηματισμού του προϊόντος (δηλ. του πρώτου σήματος της αναιρεσείουσας) είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός και το είδος (προϊόντος), δηλαδή ότι είναι κυλινδρική, σε σχήμα πούρου γκοφρέτα", η οποία αποτελεί τυποποιημένη μορφή κυκλοφορίας του εν λόγω προϊόντος, που μόνο με αυτό το διασχηματισμό μπορεί να δηλωθεί, και β) "η χρήση του διασχηματισμού της συσκευασίας (δηλ. του δεύτερου σήματος της αναιρεσείουσας), είναι επίσης αναγκαία για τον ίδιο λόγο, αφού είναι ο μόνος τρόπος εξασφάλισης της ακεραιότητας του περιεχομένου του κυτίου, τόσο από τον κίνδυνο θρυμματισμού του, ο οποίος ενόψει της ευπάθειας του προϊόντος (λόγω της σύστασης και του σχήματος του, το οποίο μάλιστα επιβάλλει να περιβάλλεται από κοίλη, χωρίς γωνίες, συσκευασία), είναι πολύ υψηλός, όσο και από τον κίνδυνο αλλοίωσής του από την υγρασία, ενώ υποδηλώνει και τον προορισμό του προϊόντος ως αναλωσίμου", δεν στηρίζει την κρίση για την αναγκαιότητα της χρήσης αυτούσιου του σήματος προκειμένου να δηλωθεί η κατά προορισμό χρήση του προϊόντος της αναιρεσίβλητης, διότι αναφέρεται στην ανάγκη χρήσης των διασχηματισμών της αναιρεσείουσας για τη δήλωση του είδους του προϊόντος όπως και για την προστασία αυτού από τυχόν αλλοιώσεις, ήτοι προϋποθέσεις που δεν εμπίπτουν, όπως προαναφέρθηκε, στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994. 3) Δέχεται ότι η κατά τον παραπάνω τρόπο χρησιμοποίηση των διασχηματισμών της ενάγουσας δεν γίνεται από την εναγομένη με τη μορφή σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος της, ως προς την οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή - καταναλωτή είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης είτε ως προς την προέλευση του κυκλοφορούντος προϊόντος, με την αιτιολογία ότι ο μεν διασχηματισμός του προϊόντος, "δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γκοφρέτας που παρασκευάζει η ενάγουσα, καθόσον η γκοφρέτα αυτή παρασκευάζεται με βάση παλαιά παραδοσιακή βιεννέζικη συνταγή για κυλινδρικές γκοφρέτες - βάφλες σε σχήμα πούρου, η οποία είναι ευρύτατα γνωστή, από πλήθος βιομηχανιών και διατίθεται από πληθώρα επιχειρήσεων, τόσο στην αγορά του εξωτερικού όσο και στην ημεδαπή (π.χ. ...........)", ο δε διασχηματισμός της συσκευασίας "αποτελεί συνηθισμένο τρόπο συσκευασίας πολλών προϊόντων". Η αιτιολογία, όμως, αυτή περί ανυπαρξίας κινδύνου σύγχυσης στην εξεταζόμενη βάση της αγωγής περί προστασίας του σήματος κατά τις διατάξεις του Ν. 2239/1994 είναι ελλιπής, καθόσον, ενώ αναφέρονται οι υπάρχουσες ομοιότητες στα υλικά παρασκευής και το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας, όπως και στο είδος και το σχήμα της συσκευασίας τους, παραλείπονται να αναφερθούν οι υπάρχουσες διαφορές που αποτρέπουν τον κίνδυνο σύγχυσης στον μέσο άπειρο αγοραστή - καταναλωτή ως προς την προέλευση των κυκλοφορούντων προϊόντων ή την ταυτότητα των επιχειρήσεων. Επίσης, η παραδοχή ότι ο διασχηματισμός του προϊόντος "δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γκοφρέτας" που παρασκευάζει η αναιρεσείουσα και ότι ο διασχηματισμός της συσκευασίας "αποτελεί συνηθισμένο τρόπο συσκευασίας πολλών προϊόντων", αντιφάσκει με εκείνη την παραδοχή της απόφασης ότι η αναιρεσείουσα είναι δικαιούχος των ανωτέρω σημάτων, πράγμα που ενέχει κατά νομική αναγκαιότητα ότι τα τελευταία έχουν διακριτική δύναμη, γι’ αυτό εξ άλλου υπήρξε και η διοικητική αναγνώρισή τους. Επομένως, δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν ούτε παρεμπιπτόντως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, όταν αυτά κρίνουν ζητήματα προστασίας του σήματος, αφού ο δικαιούχος σήματος προστατεύεται πλήρως μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του σήματος, όπως συμβαίνει όταν τούτο ήταν ή κατέστη κοινόχρηστο ή απώλεσε τη διακριτική του δύναμη (άρθρο 17 παρ. 1 στοιχ. γ’ Ν. 2239/1994). Η δε τυχόν αποδυνάμωση του σήματος με πράξεις ή παραλείψεις του δικαιούχου, όπως όταν τούτο απώλεσε μεταγενέστερα τη διακριτική του δύναμη, μπορεί ενδεχομένως να στηρίξει ένσταση του εναγόμενου για καταχρηστική άσκηση της αγωγής (άρθρο 281 του ΑΚ), τέτοια, όμως, ένσταση δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι προβλήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ώστε να απορρίψει την αγωγή κατά παραδοχή ως βάσιμης τέτοιας ένστασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 4655/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το παραπάνω μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2015.»

 

Θ.Χ.