rock

 

Λόγω Εκτέλεσης μη Εκπροσωπούμενου Μουσικού Ρεπερτορίου σε Κατάστημα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος (καφετέρια)

 

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 5653/2017 (Ασφ).

Α’ Δημοσίευση: ΙPrights.GR

 

Οι εισφορές καλλιτεχνών που ερμηνεύουν ή εκτελούν μουσικά έργα και οι παραγωγοί των υλικών φορέων ήχου χρειάζονται προστασία (με συγγενικά δικαιώματα), ώστε (αυτές) να μη γίνονται αντικείμενο οικειοποίησης και εκμετάλλευσης από τρίτους.

 

O χρήστης (κατάστημα) οφείλει εύλογη και ενιαία αμοιβή στους ερμηνευτές καλλιτέχνες, των οποίων η ερμηνεία έχει εγγραφεί στον υλικό φορέα και στους παραγωγούς των υλικών αυτών φορέων. Το δικαίωμα της εύλογης αμοιβής είναι ανεκχώρητο και υποχρεωτικά εκ του νόμου ανατίθεται για είσπραξη και διαχείριση σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

 

Το τεκμήριο αρμοδιότητας διαχείρισης (εκπροσώπησης) υπέρ των ΟΣΔ είναι μαχητό, λειτουργεί αποδεικτικά και νομιμοποιητικά και ο χρήστης (κατάστημα), στο πλαίσιο της νόμιμης άμυνάς του, μπορεί να το ανατρέψει, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας για τα παρουσιαζόμενα δημοσίως μουσικά έργα ότι δεν υφίσταται αρμοδιότητα του ΟΣΔ για την είσπραξη συγγενικών δικαιωμάτων.

 

Ο χρήστης αναπαράγει συγκεκριμένο είδος μουσικής και δη μουσική metal και heavy-metal καλλιτεχνών και συγκροτημάτων που δεν είναι ευρέως γνωστοί και δεν εκπροσωπούνται από τον ΟΣΔ. Περαιτέρω, δεν πιθανολογήθηκε ότι στο συγκεκριμένο κατάστημα ακούγονται και έργα καλλιτεχνών που έχουν εκχωρήσει τα δικαιώματά τους στον αιτούντα ΟΣΔ.

 

Λέξεις-κλειδιά: Συγγενικά Δικαιώματα, ερμηνευτές, εκτελεστές, φωνογραφήματα, εύλογη αμοιβή, υποχρεωτική συλλογική διαχείριση, δημόσια εκτέλεση, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, metal μουσική.

Κρίσιμες διατάξεις: Ν. 2121/1993, άρ. 49, 55

 

Σημείωση: Η απόφαση εφαρμόζει το παλαιό δίκαιο συλλογικής διαχείρισης (προ του Ν. 4481/2017). Εντούτοις, τα διδάγματά της δύνανται να μεταφερθούν και υπό το νέο καθεστώς, δεδομένου ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο των τεκμηρίων εκπροσώπησης (βλ. ιδίως το πρώην άρθρο 55 παρ. 2 Ν. 2121/1993 και το νυν άρθρο 7 Ν. 4481/2017) παραμένει κατ’ ουσίαν το ίδιο.

 

Το ιστορικό

Oργανισμός Συλλογικής διαχείρισης που διαχειρίζεται και νομιμοποιείται να εισπράττει την υπαγόμενη σε υποχρεωτική συλλογική διαχείριση εύλογη και ενιαία αμοιβή ερμηνευτών (τραγουδιστών), εκτελεστών (μουσικών) και παραγωγών (δισκογραφικών εταιρειών) για παρουσίαση στο κοινό φωνογραφημάτων με τις συμβολές τους οι οποίες προστατεύονται με συγγενικά δικαιώματα, ζητά από καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και συναφείς επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Θεσσαλονίκη (καφετέρια, εστιατόρια, πολυχώρους διασκέδασης) την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής με βάση το δημοσιευθέν αμοιβολόγιο για την επί σειρά ετών χρήση μουσικής. Οι καθ’ ων επιχειρήσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν σε καθημερινή βάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όλες τις ώρες λειτουργίας της επιχείρησης φωνογραφήματα με μουσικό ρεπερτόριο προς προσέλκυση και ψυχαγωγία των πελατών τους αρνούνται τη διαπραγμάτευση και καταβολή αμοιβής και ο ΟΣΔ ζητά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να επιδικαστεί προσωρινά το ήμισυ των σχετικών ποσών και να υποχρεωθούν οι καθ’ ων να προσκομίσουν καταλόγους με τους τίτλους του μουσικού ρεπερτορίου που χρησιμοποίησαν. Το δικαστήριο αποφάσισε ως εξής:

 

 

Η απόφαση

«[…] Με τις διατάξεις των άρθρων 46 επ. Ν. 2121/1993 για την «πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα», νομοθετήθηκε η προστασία των συγγενικών, προς την πνευματική ιδιοκτησίας δικαιωμάτων, δηλαδή των δικαιωμάτων σε εργασίες («εισφορές» κατά την ορολογία του νόμου), που σχετίζονται με την πνευματική ιδιοκτησία ή ακόμη έχουν κάποιες ομοιότητες με αυτή, δεν μπορούν όμως να αναχθούν σε αυτοτελή πνευματικά έργα, διότι δεν εμφανίζουν τα κρίσιμα στοιχεία της πνευματικής δημιουργίας, συμβάλλουν όμως, και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά στη δημόσια εκτέλεση, στην αναπαραγωγή και γενικά στη διάδοση των έργων αυτών. […] [σ]ύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1, 47 παρ. 1 και 48 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 εισφορές παρέχουν κυρίως οι καλλιτέχνες που ερμηνεύουν ή εκτελούν τα έργα και οι παραγωγοί των υλικών φορέων ήχου και εικόνας. Οι εισφορές των προσώπων αυτών χρειάζονται προστασία, ώστε να μη γίνονται αντικείμενο οικειοποίησης και εκμετάλλευσης από τρίτους. Η προστασία αυτή συγκεκριμενοποιείται στη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1, κατά την οποία, όταν ο υλικός φορέας ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας […] που έχει νόμιμα εγγραφεί, χρησιμοποιείται για […] παρουσίαση στο κοινό, ως τέτοια δε θεωρείται κάθε χρήση, εκτέλεση ή παρουσίαση του έργου, η οποία το κάνει προσιτό σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό οικογενειακό κύκλο και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, ο χρήστης οφείλει εύλογη και ενιαία αμοιβή στους ερμηνευτές καλλιτέχνες, των οποίων η ερμηνεία έχει εγγραφεί στον υλικό φορέα και στους παραγωγούς των υλικών αυτών φορέων. […] Το δικαίωμα της εύλογης αμοιβής […] σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 49 Ν. 2121/1993 είναι ανεκχώρητο και υποχρεωτικά εκ του νόμου ανατίθεται για είσπραξη και διαχείριση σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

 

[…] [Κ]ατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 2 εδ. α’ του ίδιου ως άνω νόμου τεκμαίρεται ότι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης ή προστασίας όλων των έργων ή όλων των πνευματικών δημιουργών, για τα οποία δηλώνουν εγγράφως ότι έχουν μεταβιβασθεί σε αυτούς οι σχετικές εξουσίες ή ότι καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο, που λειτουργεί καταρχήν αποδεικτικά και αποβλέπει στη διευκόλυνση της απόδειξης εκ μέρους των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών προς τούτα δικαιωμάτων της νομιμοποίησης τους, τόσο για την κατάρτισης των σχετικών συμβάσεων και την είσπραξη των προβλεπόμενων από τον ανωτέρω νόμο αμοιβών όσο και για τη δικαστική προστασία των δικαιούχων των δικαιωμάτων αυτών, ενισχύοντας έτσι σημαντικά την έναντι των χρηστών θέση των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης […]. Από την ανωτέρω όμως διάταξη και ιδίως από την περιεχόμενη σε αυτή φράση «όλων των έργων», για τα οποία δηλώνουν εγγράφως ότι έχουν μεταβιβαστεί σε αυτούς οι σχετικές εξουσίες ή ότι καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο νόμος απαιτεί για το ορισμένο της σχετικής αίτησης ή αγωγής των ημεδαπών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης την εξαντλητική και δη την ονομαστική αναφορά στο δικόγραφο όλων των δικαιούχων (ημεδαπών ή αλλοδαπών) συγγενικών δικαιωμάτων, που οι οργανισμοί αυτοί εκπροσωπούν και όλων των έργων τους, για τα οποία τους έχουν μεταβιβαστεί οι σχετικές εξουσίες καθώς και των αντίστοιχων αλλοδαπών οργανισμών, στους οποίους ανήκουν οι αλλοδαποί δικαιούχοι ή των επιμέρους στοιχείων και λεπτομερειών, των σχετιζόμενων με τις συμβάσεις αμοιβαιότητας, που οι αιτούντες ή ενάγοντες ημεδαποί οργανισμοί έχουν συνάψει με τους ομοειδείς αλλοδαπούς, αφού κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο πνεύμα της ολότητας των διατάξεων του Ν. 2121/1993, δημιουργώντας νέες δυσχέρειες στη δικαστική κυρίως διεκδίκηση της προστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων και της είσπραξης των προβλεπόμενων από το νόμο αυτό αμοιβών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ενιαία εύλογη και αποδυναμώνοντας έτσι σε σημαντικό βαθμό τον επιδιωκόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη στόχο. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εισαγόμενο από τη διάταξη αυτή μαχητό τεκμήριο λειτουργεί όχι μόνο αποδεικτικά αλλά και νομιμοποιητικά και επομένως κατά την αληθή έννοια της εν λόγω διάταξης, αρκεί για το ορισμένο και παραδεκτό της σχετικής αγωγής των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης η αναφορά στο δικόγραφο ότι αυτοί εκπροσωπούν το σύνολο της ενδιαφερόμενης κατηγορίας δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων (ημεδαπών ή αλλοδαπών) και του έργου αυτών, καθώς και η δειγματοληπτική αναφορά αυτών και δεν απαιτείται η εξαντλητική αναφορά του συνόλου των προεκτεθέντων στοιχείων, μη απαιτουμένης ούτε της διευκρίνησης της επιμέρους σχέσης, που συνδέει τους τελευταίους με τον κάθε αλλοδαπό δικαιούχο, για τον οποίο αξιώνουν την καταβολή της επίδικης εύλογης αμοιβής, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου β’ του προαναφερθέντος άρθρου [55 παρ. 2 Ν. 2121/1993 (sic)] [Σημ. Θ.Χ.: δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψιν η διάταξη του άρ. 55 παρ. 2 εδ. β’ όπως ίσχυε (προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3  του Ν. 3905/2010), σύμφωνα με την οποία «Εφόσον οργανισμός συλλογικής διαχείρισης που λειτουργεί με έγκριση του  Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού ασκεί το δικαίωμα της εύλογης και ενιαίας αμοιβής του άρθρου 49 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου, τεκμαίρεται ότι εκπροσωπεί όλους ανεξαιρέτως τους δικαιούχους, ημεδαπούς και αλλοδαπούς, και όλα ανεξαιρέτως τα έργα τους.»] […].

 

Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορούν άλλωστε και τα ακόλουθα:

1) Το γεγονός ότι η διαχείριση και προστασία του συγγενικού δικαιώματος, του αφορώντος τη διεκδίκηση και την είσπραξη της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 2121/1993 εύλογης αμοιβής, ανατίθεται υποχρεωτικά από το νόμο αυτό σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και δεν μπορεί να ασκηθεί ατομικά από τους δικαιούχους του εν λόγω δικαιώματος,

 

2) Το γεγονός ότι το ύψος της εύλογης αμοιβής αλλά και η υποχρέωση καταβολής της από τους χρήστες σε καμία περίπτωση δε συναρτάται προς τον αριθμό και την ταυτότητα των μελών των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης.

[…]

4) Το ότι το εισαγόμενο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο είναι, όπως προεκτέθηκε μαχητό και ο χρήστης, στο πλαίσιο της νόμιμης άμυνάς του, μπορεί να το ανατρέψει, αφού από τον προαναφερθέντα νόμο προβλέπεται:

α) υποχρέωση του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης να διαπραγματεύεται με τους χρήστες και να προβάλει τις σχετικές με τις αμοιβές των μελών του αξιώσεις του, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους να προσφεύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, για τον προσωρινό καθορισμό της επίδικης εύλογης αμοιβής […], με επακόλουθο οι χρήστες να έχουν τη δυνατότητα και την απαιτούμενη άνεση χρόνου να πληροφορηθούν οτιδήποτε σχετίζεται με τα μέλη ή τα έργα των μελών του οργανισμού ή με τους αντίστοιχους αλλοδαπούς οργανισμούς και τα μέλη τους, που αυτός αντιπροσωπεύει στην ημεδαπή ή ακόμη και με τις σχετικές συμβάσεις αμοιβαιότητας και εν γένει να διαπιστώσουν αν το ως άνω τεκμήριο ανταποκρίνεται ή μη στην αλήθεια,

β) υποχρέωση του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και προστασίας των συγγενικών δικαιωμάτων, σε περίπτωση που αμφισβητηθεί από δικαιούχο ότι ορισμένο έργο, στη σύμβαση που καταρτίσθηκε με το χρήστη, ανήκε στην αρμοδιότητα του, να συντρέξει με κάθε τρόπο τον αντισυμβαλλόμενο του χρήστη (άρθρο 55 παρ. 4 Ν. 2121/1993), παρέχοντάς του, μεταξύ άλλων πληροφορίες ή ο,τιδήποτε άλλο σχετικό με τα μέλη του και τα έργα αυτών, καθώς και να παρέμβει στη σχετική δίκη [Σημ. Θ.Χ.: δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψιν η διάταξη του άρ. 55 παρ. 4 τελ. εδ. όπως ίσχυε (προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ.4 του Ν. 3905/2010), σύμφωνα με την οποία «Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της  υποχρεωτικής συλλογικής διαχείρισης του άρθρου 49 παρ. 1 του παρόντος νόμου»], αν ο ανωτέρω οργανισμός δηλώνει ψευδώς ότι έχει την εξουσία να διαχειρίζεται ορισμένα έργα ή να αντιπροσωπεύει ορισμένους καλλιτέχνες ή παραγωγούς, εκτός από τις ποινικές ευθύνες, οφείλει να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του χρήστη (άρθρο 55 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2121/1993) και

 

5) Το γεγονός ότι η τακτική αγωγή του άρθρου 49 παρ. 1 εδ. ε’ του ίδιου νόμου προσομοιάζει, ως προς τη νομιμοποίηση, με τις συλλογικές αγωγές (όπως με την αγωγή του άρθρου 10 παρ. 1, 8 και 9 του Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» ή ακόμη και με εκείνη του άρθρου 669 ΚΠολΔ), τις οποίες νομιμοποιούνται να ασκήσουν όχι πλέον μεμονωμένα άτομα αλλά συλλογικοί φορείς, όπως διάφορα σωματεία ή άλλες ενώσεις προσώπων, που έχουν συσταθεί και αποβλέπουν στην προστασία συγκεκριμένων συλλογικών συμφερόντων, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά όλων των μελών του εκάστοτε ενάγοντος συλλογικού φορέα για το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής αυτού.

 

Περαιτέρω, οι ως άνω οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης είναι δυνατόν να διαχειρίζονται συγγενικά δικαιώματα και αλλοδαπών φορέων, δικαιούμενοι κατά το άρθρο 72 παρ. 3 Ν. 2121/1993 να συνάπτουν συμβάσεις αμοιβαιότητας με τους αντίστοιχους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης της αλλοδαπής. [Ο]ι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων νομιμοποιούνται να προβαίνουν στη διαπραγμάτευση, είσπραξη, διεκδίκηση και διανομή της εύλογης αμοιβής, που δικαιούνται και οι αντίστοιχοι προς τους ημεδαπούς, αλλοδαποί δικαιούχοι συγγενικών δικαιωμάτων, δηλαδή οι αλλοδαποί εκτελεστές, μουσικοί, ερμηνευτές, τραγουδιστές και παραγωγοί υλικών φορέων ήχου, για τη χρήση του καλλιτεχνικού ρεπερτορίου τους στην ημεδαπή […].

[Η] ένδικη αίτηση […] είναι ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού των καθ’ ων που συνάπτονται και με την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο του αιτούντος οργανισμού, την οποία αρνούνται, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν απαιτείται εξαντλητική και δη ονομαστική αναφορά στο δικόγραφο όλων των δικαιούχων (ημεδαπών ή αλλοδαπών) συγγενικών δικαιωμάτων, που ο αιτών εκπροσωπεί και των έργων τους, για τα οποία του έχουν μεταβιβαστεί οι σχετικές εξουσίες, ενόψει του υφιστάμενου νομίμου τεκμηρίου εκπροσώπησης από μέρους του του συνόλου αυτών, παρά ταύτα τέτοια αναλυτική παράθεση περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως τουλάχιστον ως προς τους ημεδαπούς δικαιούχους, ενώ αναφέρονται ενδεικτικώς και έργα που αναπαρήχθησαν κατά το επίδικο διάστημα στα ένδικα καταστήματα, εναπόκειται δε στους καθ’ ων να ανατρέψουν το σχετικό τεκμήριο, ήτοι να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι για τα αναπαραγόμενα στα καταστήματά τους μουσικά έργα δεν υφίσταται αρμοδιότητα του αιτούντος για την είσπραξη συγγενικών δικαιωμάτων, ισχυρισμός που ανάγεται στην ουσία της υπόθεσης.

 

[Στις καθ’ων] επιχειρήσεις, που λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και πάντως οπωσδήποτε άνω των 7 μηνών κατ’ έτος, οι ανωτέρω καθ’ών κάνουν χρήση μουσικής με δημόσια εκτέλεση και με μηχανικά μέσα αναπαραγωγής καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας τους, ως οι εξ αυτών παρασταθέντες δεν αρνήθηκαν, πιθανολογήθηκε δε τούτο και από την κατάθεση του μάρτυρος της αιτούσας, προερχόμενη είτε εξ ιδίας αντίληψης είτε από τις πληροφορίες που του μετέφεραν έτεροι υπάλληλοι της αιτούσας, και από τις επιτόπιες μεταβάσεις τους στα επίδικα καταστήματα.

 

[…] Η πρώτη καθ’ ης στο παραπάνω κατάστημα της [καφετέρια επιφανείας 50 τμ] αναπαράγει συγκεκριμένο είδος μουσικής και δη μουσική metal και heavy-metal καλλιτεχνών και συγκροτημάτων που δεν είναι ευρέως γνωστοί και δεν εκπροσωπούνται από την αιτούσα, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από μέρους της σχετικές λίστες εκτυπωμένες από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του καταστήματος όπου είναι αποθηκευμένες και απ’ όπου γίνεται η αναπαραγωγή τους (ενδεικτικώς οι Sunlight, Less than Human, Madrake, κλπ) ενώ από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε ότι στο συγκεκριμένο κατάστημα ακούγονται και έργα καλλιτεχνών που έχουν εκχωρήσει τα δικαιώματά τους στην αιτούσα, ούτε και ο μάρτυρας της εξάλλου ήταν σε θέση να καταθέσει για τέτοια συγκεκριμένα έργα, περιορισθείς σε αόριστη αναφορά στην αναπαραγωγή μουσικής που εκπροσωπείται από την αιτούσα. Συνεπώς, ως προς την πρώτη καθ’ ης πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά της έξοδα σε βάρος της αιτούσας λόγω της ήττας της […].

[…]

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση ως προς την πρώτη καθ’ ης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της πρώτης καθ’ ης, οριζόμενα στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ

[…]»

 

Επιμέλεια: Δρ. Θεόδωρος Χίου, Δικηγόρος Διανοητικής Ιδιοκτησίας, Ψηφιακών Τεχνολογιών και Καινοτομίας (Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.)

 

Πηγή: Θερμές ευχαριστίες στη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαριάννα Βασιλείου, για την ευγενική παραχώρηση της απόφασης.

Photo credit: Freepik.com (@Kate Mangostar)

 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Θ. Χίου, Περί της δημόσιας εκτέλεσης «μη εκπροσωπούμενου» ρεπερτορίου: Λύνοντας τον νομικό γρίφο (σημείωμα στην ΜονΠρωτΘεσ. 4657/2015 (ασφ. Μέτρα), ΔιΜΕΕ, 2/2016, σελ. 247 επ.

ΜΟΥΣΙΚΗ&ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: Η ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΕΠΙ&ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΕΝ ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΙ ANEY ΕΤΕΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ GEA (ΣΥΓΓΕΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ) ...

ΑΔΕΙΕΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ: ΤΟ ΝΕΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ...

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: ΛΟΓΟΚΛΟΠΗ ΚΑΙ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ...

Συγγενικά δικαιώματα: Μη υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής σε ΟΣΔ από καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος στα οποία η χρήση μουσικής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την προσέλκυση πελατείας ή επαύξηση ...

 

livemoviescover

Δεν συνιστά παρουσίαση έργων στο κοινό η υπό κρίση τοποθέτηση υπερσυνδέσμων, διότι αφενός δεν υπήρχε νέο κοινό και αφετέρου ο τοποθετών τους υπερσυνδέσμους δεν γνώριζε τον παράνομο χαρακτήρα της αρχικής μετάδοσης και δεν ενήργησε με σκοπό κερδοσκοπίας.

 

Εφετείο Αθηνών 1909/2017 (Τμήμα 18ο)

 

Η διάταξη του άρθρου 3 Ν. 2121/1993 είναι σύμφωνη με το κοινοτικό κεκτημένο (άρθρο 3 παρ. 1 Οδηγία 2001/29 «Infosoc»)

Η τοποθέτηση υπερσυνδέσμων προς ελευθέρως διαθέσιμα προστατευόμενα έργα συνιστά παρουσίαση στο κοινό εφόσον αγγίζεται «νέο» κοινό, δηλαδή κοινό που δεν ελήφθη υπόψη από τους κατόχους του δικαιώματος του δημιουργού, όταν επέτρεψαν την αρχική παρουσίαση στο κοινό. Το ίδιο ισχύει και για συνδέσμους που χρησιμοποιούν την τεχνική διαδικασία της πλαισίωσης «framing».

Στην περίπτωση που ο διαχειριστής ιστότοπου στο διαδίκτυο τοποθετεί υπερσύνδεσμο που παραπέμπει τον χρήστη σε άλλον ιστότοπο, προσβάσιμο από το σύνολο των χρηστών, όπου το πνευματικό έργο διατίθεται στο κοινό χωρίς άδεια του δημιουργού, προκειμένου να κριθεί εάν πρόκειται ή όχι για παρουσίαση στο κοινό με την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1, θα πρέπει να γίνει διάκριση, κατά περίπτωση, εάν ο διαχειριστής του υπερσυνδέσμου αυτού ενήργησε χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό, χωρίς να γνωρίζει ούτε να μπορεί ευλόγως να γνωρίζει τον παράνομο χαρακτήρα της δημοσίευσης του πνευματικού έργου στον ιστότοπο στον οποίο παραπέμπει τον χρήστη ή εάν, αντιθέτως, ενήργησε με κερδοσκοπικό σκοπό, οπότε η γνώση του παράνομου χαρακτήρα πρέπει να τεκμαίρεται.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική Ιδιοκτησία, παρουσίαση στο κοινό, υπερσύνδεσμοι, Svensson (C‑466/12), BestWater, (C‑348/13), GS Media (C‑160/15).

 

Κρίσιμες διατάξεις: Ν. 2121/1993, άρθρο 3, Οδηγία 2001/29, άρθρο 3 παρ. 1, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 534 • Αποφάσεις ΔΕΕ Svensson (C‑466/12), BestWater, (C‑348/13), GS Media (C‑160/15).

evea aepiΤο πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού με το οποίο ακυρώνεται η μεταφορά της ΑΕΠΙ στην Κύπρο πρέπει να καταχωρηθεί στο ΓΕ.ΜΗ.

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 112/2017

(Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας)

A’ Δημοσίευση Περίληψης: IPrights.GR

 

  • Το αρμοδίως επικυρωμένο πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού εξομοιώνεται με δικαστική απόφαση ως προς τα αποτελέσματά του
  • Δεν αποδείχθηκε ότι η ΑΕΠΙ συνιστούσε οριστικώς εγγεγραμμένη εταιρεία Κύπρου

 

Λέξεις-κλειδιά: ΑΕΠΙ, ΑΕΠΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Κύπρος, αλλαγή έδρας, ΓΕ.ΜΗ.

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 54 Ν. 2121/1993, άρ. 214Α ΚΠολΔ.

mime 2056078 640

H χρονική και χωρική υπέρβαση της συμβατικά συμφωνηθείσας εκμετάλλευσης ερμηνειών συνιστά προσβολή συγγενικού δικαιώματος (αδικοπραξία)

 

Τριμελές Εφετείο Αθηνών 761/2016

 

Τα συγγενικά δικαιώματα προστατεύουν εργασίες οι οποίες σχετίζονται ή ομοιάζουν με την πνευματική ιδιοκτησία χωρίς, όμως, να παρουσιάζουν τα στοιχεία της πνευματικής δημιουργίας, αλλά οι οποίες συμβάλλουν καθοριστικά γενικά στη διάδοση προστατευόμενων έργων

Η προστασία που προβλέπεται για τους ερμηνευτές καλλιτέχνες είναι αυτοτελής και διακεκριμένη έναντι της προστασίας που προβλέπεται για το δημιουργό ενός έργου από πνευματική ιδιοκτησία

Η απαρίθμηση των εξουσιών του ηθικού δικαιώματος των ερμηνευτών στο νόμο είναι αποκλειστική και όχι ενδεικτική

Tο πλέγμα αστικών κυρώσεων του Ν. 2121/1993 ισχύει ενιαία σε προσβολές πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

Υφίσταται ένα οιονεί μαχητό τεκμήριο ότι κάθε πράξη προσβολής που γίνεται χωρίς τη συναίνεση ή άδεια του δικαιούχου είναι παράνομη

 

Λέξεις-κλειδιά: Συγγενικά Δικαιώματα, ερμηνευτές, ηθοποιοί, διαφημιστικές ταινίες-spots, εκμετάλλευση ερμηνείας, συμβατικοί περιορισμοί, παράνομη προσβολή, αποζημίωση, ηθική βλάβη.

 

Κρίσιμες διατάξεις: Ν. 2121/1993, άρ. 46, 50, 65

 

Εικόνα1

 

H διαδικτυακή προτεραιότητα δεν υπερισχύει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας που διέπει το δίκαιο βιομηχανικής ιδιοκτησίας

 

 

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα Ειδικό Εμπορικό) 2923/2015

Α΄ δημοσίευση: IPrigths.GR

 

  • Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ σήματος και διακριτικού γνωρίσματος ισχύει ο κανόνας prior in tempore potior in iure.

 

  • Το διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του σήματος εφόσον η χρησιμοποίησή του στις συναλλαγές προηγήθηκε της καταχώρησης σήματος

 

  • Το όνομα περιοχής (domain name) μίας επιχείρησης αντιστοιχεί σε διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. 1 του ν. 146/1914. Όταν συνιστά «ψηφιακό τόπο» παροχής υπηρεσιών από εικονικό κατάστημα που παρέχει υπηρεσίες, μπορεί να αποτελεί και διακριτικό γνώρισμα του άρθρου 13 παρ. 3 ν. 146/1914 [διασχηματισμός]. Μπορεί ακόμα να αποτελεί επωνυμία μιας επιχείρησης, αν αυτή δραστηριοποιήθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

 

  • Η καταχώριση ενός διακριτικού γνωρίσματος στο διαδίκτυο δεν παρέχει οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι των μη καταχωρημένων σε αυτό διακριτικών γνωρισμάτων και το αντίστροφο.

 

  • Η χρήση διακριτικού γνωρίσματος από αδειούχο δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα αντιτάξιμο κατά του δικαιούχου αυτού

 

 

Λέξεις-κλειδιά: Εμπορικό Σήμα, Κοινοτικό Σήμα, Δικαστήρια Κοινοτικών Σημάτων, προσβολή σήματος, ταυτότητα σήματος, ομοιότητα σήματος, ομοιότητα προϊόντων, κίνδυνος σύγχυσης, διακριτικό γνώρισμα, εμπορική επωνυμία, άδεια χρήσης διακριτικών γνωρισμάτων, κατάργηση ονομάτων χώρου (domain name), διαγραφή domain name, σύγκρουση διακριτικών γνωρισμάτων

 

Κρίσιμες διατάξεις: Κανονισμός Κοινοτικού Σήματος 207/2009, άρ. 1, 4, 9, 14∙ Ν. 2943/2001, άρ. 6-11∙ Ν. 146/1914, αρ. 1, 13∙ Ν. 213/1975, αρ. 8.

 

nsk final

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ. (Ε’ ΤΜΗΜΑ) 293/2015

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ 8ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015

(Δημοσιευμένη στον Ιστότοπο του ΝΣΚ-www.nsk.gr)

 

  • Όταν διαπιστώνεται παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κατά την λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια μουσικών οργάνων από τον οικείο δήμο, δεν μπορεί να συντρέξει νόμιμη περίπτωση ανακλήσεως αυτής, αλλά μόνον επιβολής των ανάλογων διοικητικών κυρώσεων και μέτρων.

 

  • Σε περίπτωση χορηγήσεως αδείας μουσικών οργάνων εκ μέρους δήμου, μετά από σχετική άδεια από ΟΣΔ, η προσήκουσα γνωστοποίηση της ανακλήσεως της τελευταίας αδείας, στο δήμο από τον ΟΣΔ, καθιστά ανακλητέα την άδεια, με σχετική αιτιολογημένη πράξη του αρμοδίου οργάνου του δήμου, για τον λόγο αυτό και χωρίς να προηγηθεί έρευνα ή διαπίστωση οποιουδήποτε είδους από οποιοδήποτε δημόσιο όργανο ή όργανο νομικού προσώπου.

 

  • Ίδιο, κατά τα ανωτέρω, ζήτημα ανακλήσεως αδειών, με αιτιολογημένη πράξη, ανακύπτει και στη περίπτωση, κατά την οποία η χορηγηθείσα άδεια, εκδόθηκε βάσει αδείας κάποιου νομικού προσώπου, που δεν ανήκει σε αναγνωριζόμενο από το νόμο ΟΣΔ, η δε ενεργοποίηση του δήμου γίνεται είτε κατόπιν σχετικής γνωστοποιήσεως από τον ΟΠΙ ή από ΟΣΔ, είτε και αυτεπαγγέλτως και χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί διαπίστωση παραβάσεως οποιουδήποτε είδους, από οποιοδήποτε δημόσιο όργανο ή όργανο νομικού προσώπου.

 

  • H εξουσία ελέγχου της νόμιμης λειτουργίας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, ως κατεξοχήν δημόσια εξουσία και έκφραση κρατικής κυριαρχίας ασκείται μόνον από το κράτος διά των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών και όχι από ιδιώτες ή ν.π.ι.δ. Οι διαπιστώσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που πραγματοποιούνται αποκλειστικά από εκπροσώπους-όργανα των ΟΣΔ, χωρίς τη σύμπραξη αρμόδιου κρατικού οργάνου, επέχουν θέση καταγγελίας ενδιαφερόμενου ιδιώτη προς την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν θεωρούνται πράξεις αρμοδίου διοικητικού οργάνου περί διαπίστωσης τέλεσης παράβασης οι οποίες αποσκοπούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

 

  • H καταγγελία εκ μέρους ΟΣΔ σχετικά με διαπίστωση προσβολής πνευματικών δικαιωμάτων εκτιμάται και αξιολογείται από την αρμόδια κρατική αρχή ως απλό πραγματικό στοιχείο, το περιεχόμενο του οποίου χρήζει απόδειξης και επιδέχεται ανταπόδειξη.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική Ιδιοκτησία, Άδεια χρήσης μουσικών οργάνων, Άδεια δημόσιας εκτέλεσης μουσικών συνθέσεων, Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης, Ανάκληση άδειας, Διοικητικές κυρώσεις, Κατάστημα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 54, 55 και 63 παρ. ν. 2121/1993, 75, 76 και 80 ν. 3463/2006.

 

Σημείωση: Η γνωμοδότηση δημιουργεί δικαιώματα υπέρ τρίτων και αποτελεί υποχρεωτική πράξη για τη Διοίκηση, εφόσον γίνει αποδεκτή από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 3086/2002. Μόνη η παράγραφος 26.δ. της εν λόγω γνωμοδότησης έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με το υπ’ αριθ. πρωτ. 19422/6-6-2016 έγγραφο ΥΠ.ΕΣ.Δ.Α. προς το Ν.Σ.Κ. Πρβλ. και την υπ’ αριθμ. 19421/24-06-2016 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αναφορικά με τη χρονική ισχύ των δημοτικών-διοικητικών αδειών χρήσης μουσικών οργάνων.

 

IMG 1134

 

Η ποινική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β΄ και γ΄ του Ν. 2121/1993 είναι λευκός ποινικός νόμος.

 

Άρειος Πάγος (Ζ’ Ποινικό Τμήμα) 671/2015

(άγνωστοι διάδικοι)

(Δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Α΄ δημοσίευση Περίληψης: IPrigths.GR

 

Η ποινική πρόβλεψη του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 β’ και γ’ του Ν. 2121/1993 είναι ασαφής και δεν πληροί την απαιτουμένη ακρίβεια και βεβαιότητα της ποινικής προβλέψεως που αξιώνεται από το άρθρο 7 του Συντάγματος και από άρθρο 1 του Ποινικού Κώδικα, καθότι οι προδιαγραφές της ποινικής αξιολογήσεως των πράξεων κατασκευής, εισαγωγής, χρήσεως, θέσεως σε κυκλοφορία και κατοχής με σκοπό τη θέση σε κυκλοφορία συσκευών ή άλλου υλικού αναπαραγωγής έργου, δεν περιγράφονται στον εν λόγω νόμο, αλλά ούτε και έχουν εξειδικευτεί με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται λευκός ποινικός νόμος.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική ιδιοκτησία, Λευκός ποινικός νόμος, Nullum crimen nulla poena sine lege, Ποινικό Δίκαιο, Ποινικές Κυρώσεις, Υλικό αναπαραγωγής έργων, Προδιαγραφές, αποκωδικοποιητές δορυφορικού σήματος, Κανονική εκμετάλλευση της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων.

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 59 και 66 παρ. 5 Ν. 2121/1993, άρ. 1 και 14 Ποινικού Κώδικα, άρ. 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, άρ. 15 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ

Άρειος Πάγος (Α1' Πολιτικό Τμήμα) 1065/2014

(άγνωστοι διάδικοι)

(Δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Ισοκράτης)

Η ΛΙΖΑ ΤΟ ΣΚΑΣΕ

  • Η εν ζωή μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και των επί μέρους εξουσιών επί ενός προστατευόμενου έργου διέπεται ευθέως από τις σχετικές διατάξεις του ν. 2121/1993 και αναλογικά και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εκχώρησης (άρθρα 455 επ. και 470 ΑΚ).

 

  • Οι διατάξεις του ΑΚ περί καλόπιστης κτήσης κινητών (άρ. 1034 επ.) και χρησικτησίας (άρ. 1041 επ.) δεν εφαρμόζονται αναλογικά επί περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

 

  • Στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν ισχύει η αρχή της καλόπιστης κτήσης και το φαινόμενο δικαίου που απορρέει από το εξωτερικό στοιχείο της κατοχής, ούτε προέχει ως σκοπός η προστασία των συναλλαγών, όπως συμβαίνει στον χώρο του εμπράγματου δικαίου, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, η οποία δεν θα παρείχε επαρκή προστασία στον πνευματικό δημιουργό ιδίως υπό τα σύγχρονα δεδομένα της δυναμικής και πολύπλοκης τεχνολογικής εξέλιξης των συναλλαγών στον χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας.

 

Λέξεις-κλειδιά: Πνευματική Ιδιοκτησία, Οπτικοακουστικά έργα, Κινηματογραφική Ταινία, Χρησικτησία, Μεταβίβαση περιουσιακών δικαιωμάτων, Εκχώρηση, Καλόπιστη κτήση, διαχρονικό δίκαιο.

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 3, 9, 12, 13, 17, 34 και 68 Ν. 2121/1993∙ άρ. 455 επ., 470, 1034 επ. Αστικού Κώδικα.

 

Γεγονότα:

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ένας σκηνοθέτης και ένας μοντέρ ίδρυσαν μία ομόρρυθμη εταιρεία παραγωγής και εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών. Την ίδια περίοδο η ως άνω εταιρεία παρήγαγε την γνωστή ταινία "Η Λίζα το' σκασε". Ο σκηνοθέτης, ως πρωτογενής δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων επί της ταινίας αυτής μεταβίβασε όλα τα δικαιώματά του στην παραγωγό εταιρεία απεκδυόμενος έκτοτε κάθε περιουσιακού δικαιώματος επ' αυτής.

Οι αναιρεσίβλητοι τυγχάνουν συνδικαιούχοι του συνόλου των περιουσιακών δικαιωμάτων επί της ταινίας αυτής, συνεπεία διαδοχικών μεταβιβάσεων από την παραγωγό εταιρεία. Με αυτή την ιδιότητα ενήγαγαν τον πρώτο αναιρεσείοντα, για την εκμετάλλευση του έργου χωρίς την άδειά τους. Ο τελευταίος επικαλείται ιδία κυριότητα επί του έργου, η οποία προκύπτει από τη σε αυτόν μεταβίβαση του συνόλου των περιουσιακών δικαιωμάτων από τον ίδιο τον σκηνοθέτη της ταινίας και τον συνέταιρο αυτού.

Το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσιβλητοι έχουν καταστεί συγκύριοι εξ αδιαιρέτου όλων των περιουσιακών δικαιωμάτων της αναφερομένης κινηματογραφικής ταινίας συνεπεία της κατ’ άρθρο 1034 Α.Κ. καλόπιστης κτήσης, αλλά και κατ’ άρθρο 1041 Α.Κ. σε συνδυασμό με 1045 Α.Κ., ήτοι με τακτική χρησικτησία. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης και ο Άρειος Πάγος έκρινε και αποφάσισε ως εξής:

 

Η απόφαση:

«[…] Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2121/1993 (για την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα), ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης η επιστήμης, το οποίο εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή και εμφανίζει ιδιαίτερη ατομικότητα οφειλόμενη στην προσωπική συμβολή του δημιουργού, που το διαφοροποιεί από όσα προϋπάρχουν ως προς το περιεχόμενο ή και τη μορφή του. Εφόσον υπάρχουν οι παραπάνω όροι, ο νόμος προστατεύει το έργο ως άυλο αγαθό (όχι ως υλικό αντικείμενο καθαυτό που ενσωματώνει το πνευματικό δημιούργημα) και μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη μορφή που έδωσε σ' αυτό ο δημιουργός του. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του ν. 2121/1993, ο πνευματικός δημιουργός με τη δημιουργία του έργου αποκτά πρωτογενώς και αυτοδικαίως (χωρίς τυπικές διατυπώσεις) το αποκλειστικό και απόλυτο δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού μ' αυτό (περιουσιακό και ηθικό δικαίωμα, αντίστοιχα).


Εξάλλου, το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας παρέχει, μεταξύ άλλων, στον δημιουργό την εξουσία για εγγραφή και αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και τη θέση αυτού σε κυκλοφορία (άρθρο 3 παρ. 1 περ. α' και δ' ν. 2121/93). Έγγραφη είναι η (χρονικά προγενέστερη και διακεκριμένη από την αναπαραγωγική φάση πολλαπλασιασμού του έργου) πρώτη υλική ενσωμάτωση του έργου πάνω σε υλικό φορέα (π.χ. το αποκαλούμενο "negative" σειράς εικόνων και ήχου κινηματογραφικής ταινίας), ο οποίος αποτελεί τη βάση για την αναπαραγωγή του έργου σε αντίτυπα με προορισμό συνήθως τη δημόσια χρήση. Το δικαίωμα θέσης του έργου σε κυκλοφορία αναφέρεται μόνο σε ενσώματα αντικείμενα (πρωτότυπο έργου μοναδικής ενσωμάτωσης ή αντίτυπα έργων), περιλαμβάνει τις πράξεις, με τις οποίες το έργο γίνεται προσιτό στο κοινό (κυρίως διάδοση και διανομή) και υλοποιείται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του υλικού φορέα της πρώτης εγγραφής που ενσωματώνει το έργο ή, ιδίως, της κυριότητας των αντιτύπων αυτού σε τρίτους, καθώς και με τα άλλα μέσα κυκλοφορίας, που προβλέπονται στο άρθρο 3 του ν. 2121/93, η δε μεταβίβαση της κυριότητας, του εν λόγω υλικού φορέα ενσωμάτωσης του έργου (πρωτότυπου, αντίγραφου ή αντίτυπου) δεν επιφέρει μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας στον κτήτορα και δεν παρέχει σ' αυτόν εξουσίες εκμετάλλευσης του έργου, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία με τον δημιουργός (άρθρο 17 ν. 2121/93). Το περιουσιακό δικαίωμα είναι ελεύθερα μεταβιβαστό και η αξιοποίησή του γίνεται είτε με συστατική μεταβίβαση όλων των επί μέρους εξουσιών του σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο γίνεται έτσι μόνος δικαιούχος με αντίστοιχη αποξένωση του δημιουργού από αυτές, είτε με συμβάσεις ή με άδειες εκμετάλλευσης συγκεκριμένων εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να συμφωνηθούν ως αποκλειστικές ή όχι και με τις οποίες ο τρίτος αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση (σύμβαση εκμετάλλευσης) ή αποκτά απλώς το δικαίωμα (άδεια εκμετάλλευσης) να ασκήσει τις αντίστοιχες εξουσίες (άρθρα 12 και 14 ν. 2121/93). Στην περίπτωση μεταβίβασης όλων επιμέρους εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος για την πραγμάτωση του σκοπού σχετικής μεταβιβαστικής σύμβασης, δεν απαιτείται συναίνεση του δημιουργού του έργου για τις περαιτέρω μεταβιβάσεις εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος από τον νέο δικαιούχο προς τρίτους. Αντίθετα, απαιτείται η συναίνεση του δημιουργού για εν ζωή μεταβιβάσεις τέτοιων εξουσιών προς τρίτους από όσους ανέλαβαν την εκμετάλλευση ή απέκτησαν δυνατότητα εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος με αντίστοιχη σύμβαση ή άδεια εκμετάλλευσης (άρθρο 13 ν. 2121/93).

Οι δικαιοπραξίες που αφορούν την άσκηση του ηθικού ή τη μεταβίβαση, την ανάθεση και την άδεια εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος είναι τυπικές και η μη τήρηση του εγγράφου τύπου επιφέρει σχετική ακυρότητα, την οποία μπορεί να επικαλεστεί μόνο ό πνευματικός δημιουργός, ενώ αναπτύσσουν πλήρη ενέργεια μέχρι να γίνει επίκληση της ακυρότητάς τους (άρθρο 14 ν. 2121/93). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/93, έχουν υπαχθεί στην εφαρμογή του εν λόγω νόμου, μετά την πάροδο έτους αφότου τέθηκε σε ισχύ (ήτοι από 4-3-1994) και εκείνες από τις παραπάνω δικαιοπραξίες που είχαν καταρτιστεί πριν από τη δημοσίευσή του από τον πνευματικό δημιουργό, στην προστασία του οποίου αποσκοπεί σχετική διάταξη. Η αναδρομικότητα, όμως, αυτή του νέου νόμου δεν αφορά και τον τύπο των σχετικών δικαιοπραξιών, ενόψει της γενικότερης αρχής του διαχρονικού δικαίου, ότι ο τύπος των συμβάσεων εξακολουθεί να διέπεται από το δίκαιο που ίσχυε κατά την κατάρτιση τους από την οποία αρχή, παρά τη γενικότητα της σχετικής διάταξης, δεν προκύπτει ότι έχει αποστεί ο νέος νομοθέτης.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του ν. 2121/93, ως πνευματικός δημιουργός του οπτικοακουστικού έργου τεκμαίρεται ο σκηνοθέτης, ο οποίος, με σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής μεταξύ αυτού και του παραγωγού του έργου (δηλαδή του φυσικού ή νομικού προσώπου, με πρωτοβουλία και ευθύνη του οποίου πραγματοποιείται η πρώτη εγγραφή σε υλικό φορέα σειράς ήχου ή σειράς εικόνων με ή χωρίς ήχο, κατά το άρθρο 47 παρ. 2 ν. 2121/93), μεταβιβάζει στον τελευταίο συγκεκριμένες εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα, οι οποίες πρέπει να ορίζονται στη σύμβαση και οι οποίες μπορεί και. να εξαντλούν το περιεχόμενο του περιουσιακού δικαιώματος. Σε αντίθετη περίπτωση, μεταβιβάζονται στον παραγωγό μόνο-όσες εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα είναι αναγκαίες για την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου, με βάση τον σκοπό της σύμβασης. Το οπτικοακουστικό έργο θεωρείται περατωμένο όταν εγκριθεί από τον πνευματικό δημιουργό το πρότυπο παραγωγής αντιτύπων για την εκμετάλλευσή του, το οποίο, στην περίπτωση κινηματογραφικής ταινίας, είναι ο υλικός φορέας πρώτης υλικής ενσωμάτωσης του έργου, δηλαδή το "negative" σειράς εικόνων και ήχου αυτής.

Εξάλλου, η εν ζωή μεταβίβαση του υλικού φορέα μοναδικής ενσωμάτωσης του έργου, του υλικού φορέα του πρωτοτύπου και των αντιτύπων του διέπεται ευθέως από τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ανάλογα με τη φύση του έργου ως κινητού ή ακινήτου (άρθρα 1033 επ. κλπ.). Η εν ζωή, όμως, μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος επί του έργου και των επί μέρους εξουσιών από αυτό διέπεται ευθέως από τις οικείες διατάξεις του ν. 2121/1993 και αναλογικά και συμπληρωματικά από τις διατάξεις της εκχώρησης (άρθρα 455 επ. 470 ΑΚ). Η ρύθμιση των εν λόγω διατάξεων προσιδιάζει στη φύση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ως απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος επί άυλου αγαθού, του οποίου η γέννηση και άσκηση δεν συνδέεται με κανέναν τύπο δημοσιότητας και ευνοεί το συμφέρον του πνευματικού δημιουργού, στο οποίο πρωτίστως αποσκοπούν οι διατάξεις του ν. 2121/93, χωρίς να προκαλείται από την αναλογική εφαρμογή τους διατάραξη της ασφάλειας των συναλλαγών στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας, η προστασία της οποίας υπηρετείται θεσμικά ιδίως με το τεκμήριο δημιουργού/δικαιούχου (άρθρο 10 ν. 2121/93) και με την αρχή της εξάντλησης ή ανάλωσης του δικαιώματος του δημιουργού/δικαιούχου να θέσει, σε κυκλοφορία αντίτυπο του έργου (άρθρο 41 ν. 2121/93). Αντίθετα δεν είναι αναλογικά εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, καθόσον στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπάρχει η αρχή της καλόπιστης κτήσης και το φαινόμενο δικαίου από το εξωτερικό στοιχείο της κατοχής, όπως συμβαίνει στον χώρο του εμπράγματου δικαίου, ούτε προέχει ως σκοπός η προστασία των συναλλαγών, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η αναλογική εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η οποία δεν θα παρείχε επαρκή προστασία στον πνευματικό δημιουργό ιδίως υπό τα σύγχρονα δεδομένα της δυναμικής και πολύπλοκης τεχνολογικής εξέλιξης των συναλλαγών στον χώρο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η δε διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2121/93 (για εξουσία θέσης σε κυκλοφορία του πρωτοτύπου ή αντιτύπων του έργου με μεταβίβαση της κυριότητάς τους σε τρίτους), αναφερόμενη αποκλειστικά σε μεταβίβαση ενσώματων αντικειμένων ως τρόπου υλοποίησηw της εξουσίας για θέση σε κυκλοφορία του έργου και όχι ως τρόπου μεταβίβασης καθαυτού του δικαιώματος σε τρίτο, υποδηλώνει μάλλον αρνητική θέση του νομοθέτη για τη θεωρητική και νομολογιακής άποψη, που δέχεται την αναλογική εφαρμογή των άρθρων 1034 επ. ΑΚ σε περιπτώσεις μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος. Συνακολούθως δεν είναι νομικά δυνατή η απόκτηση του περιουσιακού δικαιώματος ή επί μέρους εξουσιών αυτού από καλόπιστο τρίτο ή με χρησικτησία.


Τέλος, η ιδιαίτερη κανονιστική αρχή του σκοπού της μεταβίβασης ή της σύμβασης, που καθιερώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 4 του ν. 2121/93, ότι δηλαδή ο δημιουργός, εν αμφιβολία μεταβιβάζει περιουσιακά δικαιώματα επί του έργου του μόνο στην έκταση που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση του σκοπού της σύμβασης, προηγείται των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά έπεται των ειδικών ερμηνευτικών κανόνων του ν. 2121/93, όπως είναι οι κανόνες του άρθρου 34 παρ. 1 (ότι στη σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής μεταβιβάζονται στον παραγωγό μόνο όσες εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα είναι αναγκαίες για την εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου), καθώς και ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 15 παρ. 2, ότι δηλαδή η διάρκεια των μεταβιβάσεων του περιουσιακού δικαιώματος ή των συμβάσεων ή αδειών εκμετάλλευσης αυτού θεωρείται πενταετής, εάν ο χρόνος ισχύος τους δεν καθορίζεται σ' αυτές ή δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη. Ως σκοπός της σύμβασης νοείται αυτός που επιδιώκουν από κοινού τα συμβαλλόμενα μέρη, η δε σχετική αρχή δεν θίγει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν έχει εφαρμογή, όταν η βούληση των μερών είναι αναμφίβολη. Ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 15 παρ. 3 αποσκοπεί στην προστασία του πνευματικού δημιουργού (και όχι τρίτων που απέκτησαν συμβατικά το περιουσιακό δικαίωμα ή συγκεκριμένες εξουσίες του από αυτόν) και έχει εφαρμογή και σε σχετικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από τη θέσπιση του ν. 2121/93 (άρθρο 68 παρ. 3), μεταξύ του πνευματικού δημιουργού και τρίτων, οι οποίες, αν ο χρόνος ισχύος τους δεν ορίζεται σ' αυτές ή δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, παύουν να ισχύουν μετά πενταετία αφότου άρχισε να ισχύει γι' αυτές ο ν. 2121/93, δηλαδή από 4-3-1994.

[…] Οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν γίνει συνδικαιούχοι εξ αδιαιρέτου όλων των εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος επί της ένδικης κινηματογραφικής ταινίας με διαδοχικές συμβατικές μεταβιβάσεις αυτού και αρχική τη μεταβίβαση από τον πνευματικό δημιουργό και σκηνοθέτη αυτής, Σ. Κ., συνιστούν, κατά ορθή νομική υπαγωγή στις αναλογικά εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 455 επ. και 470 ΑΚ (και όχι εκείνες των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, που εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο) νόμιμους τρόπους συμβατικής μεταβίβασης όλων των εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, επί της κινηματογραφικής ταινίας από τους εκάστοτε δικαιοπαρόχους προς τους εκάστοτε δικαιοδόχους αυτής μέχρι τους ενάγοντες. Επομένως, η κρίση του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες έγιναν συνδικαιούχοι εξ αδιαιρέτου του (άυλου) περιουσιακού δικαιώματος επί της ταινίας με διαδοχικές συμβατικές μεταβιβάσεις και η θεμελίωση σ' αυτή την κρίση της απόφασής του για απόρριψη της έφεσης και επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που δέχτηκε την αγωγή, είναι κατ' αποτέλεσμα ορθή. Αντίθετα, η κρίση του Εφετείου, ότι οι ενάγοντες έγιναν συνδικαιούχοι του περιουσιακού δικαιώματος επί της ταινίας και με τακτική χρησικτησία, κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 1034 επ. ΑΚ είναι εσφαλμένη. Δεν θίγεται, όμως, το κύρος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά στη βάση της συμβατικής μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος στους ενάγοντες, για την εγκυρότητα της οποίας δεν ήταν αναγκαία συναίνεση του πνευματικού δημιουργού, αφού, όπως ανέλεγκτα δέχτηκε η εφετειακή απόφαση, ο τελευταίος μεταβίβασε στη δικαιοδόχο του εταιρεία και παραγωγό της ταινίας όλες τις εξουσίες του περιουσιακού του δικαιώματος επί της ταινίας και αποξενώθηκε πλήρως εφεξής από αυτό, και δεν πρόκειται απλώς για σύμβαση ή άδεια εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος, οπότε θα ήταν αναγκαία η συναίνεσή του για τις μεταγενέστερες μεταβιβάσεις. Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 1034, 1036 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ως προς το μέρος πού το διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας θεμελιώνεται στη βάση της τακτικής χρησικτησίας. Ενώ, ως προς το μέρος που το διατακτικό της θεμελιώνεται στη βάση της συμβατικής μεταβίβασης στους ενάγοντες του περιουσιακού δικαιώματος επί της ταινίας, εσφαλμένη είναι μόνο η αιτιολογία ότι αναλογικά εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, η οποία αντικαθίσταται, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, με την προαναφερόμενη ορθή (ότι στις ένδικες μεταβιβάσεις έχουν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις 455 επ., 470 ΑΚ), ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και ως προς την αιτίαση, ότι η μεταβιβαστική σύμβαση που επικαλούνται οι ενάγοντες με τον δημιουργό της ταινίας έπαυσε να ισχύει μετά πενταετία αφότου άρχισε να ισχύει και για τις προγενέστερες συμβάσεις ο ν. 2121/93) επειδή ο σχετικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/93 αποσκοπεί στην προστασία του πνευματικού δημιουργού και όχι των τρίτων δικαιοδόχων του, αλλά και επειδή, όπως δέχτηκε ανέλεγκτα το Εφετείο, με την αρχική μεταβιβαστική σύμβαση ο δημιουργός της ένδικης κινηματογραφικής ταινίας μεταβίβασε προς την παραγωγό αυτής εταιρεία όλες τις εξουσίες από το περιουσιακό δικαίωμα και ο ίδιος αποξενώθηκε εφεξής πλήρως και οριστικά από αυτό, μη αφήνοντας έτσι καμία αμφιβολία ως προς τη διάρκεια της σύμβασης, ώστε να μπορεί να έχει πεδίο λειτουργίας ο σχετικός ερμηνευτικός κανόνας. Σημειώνεται ότι για την (ορθή) κρίση της εφετειακής απόφασης και το αντίστοιχο κεφάλαιο αυτής, με το οποίο οι 2ος και 3ος των αρχικά εναγόντων, Δ. Π. και Δ. Λ., αναγνωρίστηκαν ως συγκύριοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του υλικού φορέα πρώτης ενσωμάτωσης της ταινίας (negative), με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, κατά ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1034 επ. ΑΚ, δεν υπάρχει αναιρετική αιτίαση. […]
[…]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ […]

Απορρίπτει […] την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 5919/2011 του Εφετείου Αθηνών. […] ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7 Απριλίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14 Μαΐου 2014.»

ΜονΠρωτΑθ. (Ασφ. Μέτρα) 10452/2015

 

ΑΕΠΙ και «GRAMMO» κατά Ελληνικών παρόχων πρόσβασης στο διαδίκτυο

 

A’ δημοσίευση περίληψης: IPrights.gr

BANNER

  • Οι αιτήσεις απορρίπτονται ως απαράδεκτες λόγω ύπαρξης προσωρινού δεδικασμένου, δεδομένου ότι μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία εκδόθηκε από το ίδιο δικαστήριο η προγενέστερη απόφαση υπ’ αριθμ. 13478/2014.

 

  • Το αντικείμενο της δίκης δεν διαφοροποιείται εκ του γεγονότος ότι το αίτημα αφορά σε εν μέρει διαφορετικές ιστοσελίδες από αυτές που μνημονεύονται στις προηγούμενες ήδη κριθείσες αιτήσεις, καθόσον αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι οι ίδιες οι ιστοσελίδες, αλλά η διάγνωση του διαπλαστικού δικαιώματος των αιτουσών για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας.

 

  • Αν για την αυτή έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων [απόφ. ΜονΠρΑθ. 4658/2012 και ΜονΠρωτΑθ. 13478/2014], αν δεν χωρεί κατ’ αυτών αναίρεση ή αναψηλάψηση, ισχύει το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεότερη κατ’ έκδοση απόφαση.

 

Λέξεις κλειδιά: Πνευματική ιδιοκτησία, φωνογραφήματα, μουσικά έργα, ασφαλιστικά μέτρα, άρθρο 64Α Ν. 2121/1993, πειρατεία, πάροχοι πρόσβασης στο διαδίκτυο, αποκλεισμός πρόσβασης σε ιστοσελίδες, website blocking, IP blocking, domain name blocking, ΑΕΠΙ, GRAMMO, προσωρινό δεδικασμένο, απόφαση ΜονΠρΑθ. 4658/2012, απόφαση ΜονΠρωτΑθ. 13478/2014, απόρριψη αιτήσεων ως απαράδεκτες.

 

Kρίσιμες Διατάξεις: άρ. 64 Α Ν. 2121/1993, άρ 321, 322, 324, 331, 332, 682 επ. και 544 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

ΜονΠρωτΘεσ. 4657/2015 (ασφ. Μέτρα) GEA-Οργ. Συλλογικής Διαχείρισης vs Νυχτερινά Κέντρα Διασκέδασης στη Θεσσαλονίκη

Α’ Δημοσίευση περίληψης: www.IPrights.GR

 

Ένα κατάστημα που εκτελεί δημόσια αποκλειστικά και μόνο μουσικό ρεπερτόριο εταιρειών όπως η «Fairmusic» και η «Jamendo» δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής σε «ΑΕΠΙ» και «ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ», εφόσον ο ιδιοκτήτης του δηλώσει υπευθύνως, στα πλαίσια έκδοσης της άδειας μουσικών οργάνων από τον αρμόδιο ΟΤΑ, ότι το ρεπερτόριο που χρησιμοποιεί ανήκει σε δημιουργούς που δεν έχουν αναθέσει τη διαχείριση του περιουσιακού τους δικαιώματος στους ως άνω οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης. Δεν απαλλάσσεται όμως γι’ αυτό το λόγο από την καταβολή της εύλογης αμοιβής των δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων στον «GEA».

gea clubs

Λέξεις – κλειδιά: Διανοητική ιδιοκτησία, Πνευματική Ιδιοκτησία, μουσικά έργα, Δημόσια εκτέλεση μουσικής, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, μουσική απαραίτητη για λειτουργία, club, Θεσσαλονίκη, GEA, ΑΕΠΙ, Αυτοδιαχείριση, εύλογη αμοιβή, Fairmusic, Jamendo, Creative Commons, αμοιβολόγιο, άδεια μουσικών οργάνων, άδεια δημόσιας εκτέλεσης, οικονομική κρίση, προσωρινός προσδιορισμός εύλογης αμοιβής.

 

Κρίσιμες διατάξεις: άρ. 46, 47 παρ. 1, 49 παρ. 1, 6 και 7, 55 παρ. 2, 63 παρ. 2, 65 Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας∙ άρ. 46 παρ. 1 και 3 Ν. 3904/2010∙ Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 26-10-1961 (N. 2054/1992) «Περί προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης», υπ’ αριθμό 16641/10-5-2011 έγγραφο του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας.